Άρειος Πάγος: Οι δηλώσεις της νέας ηγεσίας, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου και Ευάγγελου Μπακέλα

Στις δηλώσεις τους δεσμεύονται στην τήρηση των συνταγματικών νόμων και κανόνων και κατά την πιστή υπηρέτηση της Δικαιοσύνης

Άρειος Πάγος: Οι δηλώσεις της νέας ηγεσίας, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου και Ευάγγελου Μπακέλα

Φώτο Αρχείου

Eurokinissi/ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Snapshot
  • Ο νέος πρόεδρος και εισαγγελέας του Αρείου Πά δεσμεύ στην πιστή τήρηση του Συντάγματος και στην ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.
  • Ο Παναγιώτης Λυμπερόπουλος τονίζει την ανάγκη επιτάχυνσης της απονομής της Δικαιοσύνης, τις μεταρρυθμίσεις και την ενίσχυση της διαφάνειας.
  • Ο Ευάγγελος Μπακέλας υπογραμμίζει την ευθύνη των εισαγγελικών λειτουργών για την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και την τήρηση της νομιμότητας.
  • Και οι δύο επικαλούνται την ανάγκη σεβασμού στους θεσμούς και καλόπιστης κριτικής, απορρίπτοντας προσπάθειες επηρεασμού ή χειραγώγησης των δικαστικών αρχών.
  • Η νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου αναγνωρίζει την αμφισβήτηση του έργου της Δικαιοσύνης και καλεί τους πολίτες να την εμπιστευτούν ως θεμέλιο της Δημοκρατίας.
Snapshot powered by AI

Με σαφείς αναφορές στην ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, στην προστασία του Κράτους Δικαίου και στην ανεξαρτησία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ο νέος πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, και ο νέος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Μπακέλας, έστειλαν τα πρώτα τους μηνύματα με αφορμή την ανάληψη των καθηκόντων τους.

Ο κ. Λυμπερόπουλος έκανε λόγο για «εξαιρετική τιμή» που συνοδεύεται από μεγάλη ευθύνη απέναντι στους πολίτες, τους θεσμούς και το δικαστικό σώμα, επισημαίνοντας ότι «η Δικαστική Λειτουργία, ως μια εκ των τριών Λειτουργιών του Κράτους, είναι βασικός πυλώνας του δημοκρατικού πολιτεύματος».

Αναγνωρίζοντας ότι «η χρονική περίοδος που περνούμε έχει φέρει συχνά τη Δικαιοσύνη στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης με ένταση», εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι, όπως είπε, «εκτελούν τα καθήκοντα τους συχνά κάτω από ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά πάντοτε με πίστη και αφοσίωση στο ιδανικό της Δικαιοσύνης».

Παράλληλα, υποστήριξε ότι «το Δικαστικό Σώμα κάνει διαρκώς την αυτοκριτική του» και ότι «αποδέχεται την καλόπιστη κριτική των δικαστικών αποφάσεων», η οποία «είναι συνταγματικά επιβεβλημένη», αρκεί να ασκείται «με σεβασμό στους Θεσμούς».

Στις προτεραιότητες που έθεσε περιλαμβάνονται η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης, οι μεταρρυθμίσεις και η ενίσχυση της διαφάνειας. Όπως σημείωσε, «οι Πολίτες απαιτούν ταχύτητα και ποιότητα στην απονομή της Δικαιοσύνης», ενώ χαρακτήρισε την εξωστρέφεια του δικαστικού συστήματος «χρήσιμη στη σχέση Πολίτη και Δικαιοσύνης», επισημαίνοντας ότι αυτή επιτυγχάνεται «με τη διαφάνεια και τη λογοδοσία των δικαστικών σχηματισμών».

Κλείνοντας, τόνισε ότι «βασική επιδίωξη μας είναι να υπερασπιζόμαστε το Κράτος Δικαίου» και δεσμεύθηκε ότι, μαζί με τους συναδέλφους του, «θα εργαστούμε αγόγγυστα για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, τους Πολίτες».

Από την πλευρά του, ο νέος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Μπακέλας, χαρακτήρισε την προαγωγή του «εξαιρετική τιμή», υπογραμμίζοντας ότι η νέα του θέση συνεπάγεται «μέγιστη ευθύνη και ύψιστο καθήκον για τη διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών και των αρχών του Κράτους Δικαίου».

Όπως ανέφερε, θα συνεχίσει να υπηρετεί τη Δικαιοσύνη «με συνέπεια, προσήλωση και αφοσίωση στο καθήκον», έχοντας ως οδηγό «το Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή μου».

Ξεχωριστή ήταν η αναφορά του στον ρόλο των εισαγγελικών λειτουργών, τονίζοντας ότι «ως εισαγγελείς επιλέξαμε το δύσκολο και μοναχικό, πολλές φορές, δρόμο του αγώνα για την προστασία και διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων, την τήρηση της νομιμότητας και την παροχή έννομης προστασίας στον αδικούμενο πολίτη».

Ο κ. Μπακέλας αναφέρθηκε και στο κλίμα αμφισβήτησης απέναντι στη Δικαιοσύνη, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για «μια περίοδο που αμφισβητείται και απαξιώνεται το τεράστιο έργο μας και πλήττεται έτσι η Δικαιοσύνη και κατ’ επέκταση η ίδια η Δημοκρατία». Παράλληλα, κάλεσε τους πολίτες να «εμπιστεύονται τους εισαγγελείς και τη Δικαιοσύνη», ενώ ξεκαθάρισε ότι «η καλόπιστη κριτική των ενεργειών και των αποφάσεών μας είναι απόλυτα θεμιτή και αναγκαία», υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να αποτρέπεται «κάθε προσπάθεια επηρεασμού, καθοδήγησης και χειραγώγησης των εισαγγελικών λειτουργών».

Η δήλωση του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου

«Έχω τύχει της εξαιρετικής τιμής να επιλεγώ για την κορυφαία θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη προβλεπόμενη συνταγματική διαδικασία.

Η ευθύνη που αναλαμβάνω απέναντι στους Πολίτες, στους Θεσμούς και στους Συναδέλφους μου Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς της Χώρας, είναι μεγάλη, γιατί η Δικαστική Λειτουργία, ως μια εκ των τριών Λειτουργιών του Κράτους, είναι βασικός πυλώνας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Το καθήκον μου είναι να υπηρετήσω πιστά το Σύνταγμα και τους Νόμους με τη βασική αρχή, ότι στο επίκεντρο όλων είναι ο άνθρωπος, αναλογιζόμενος, ότι η χρονική περίοδος που περνούμε έχει φέρει συχνά τη Δικαιοσύνη στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης με ένταση.

Έχω αμέριστη εμπιστοσύνη στους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς της Χώρας, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων εκτελούν τα καθήκοντα τους συχνά κάτω από ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά πάντοτε με πίστη και αφοσίωση στο ιδανικό της Δικαιοσύνης.

Αντίστοιχα και οι Πολίτες εμπιστεύονται το δικαστικό μας σύστημα προσφεύγοντας σε αυτό, όπως δείχνουν τα εκατοντάδες χιλιάδες δικόγραφα, που ετησίως κατατίθενται στις Γραμματείες των Δικαστηρίων.

Σε κάθε περίπτωση είναι απόλυτα σαφές, ότι το Δικαστικό Σώμα κάνει διαρκώς την αυτοκριτική του, λαμβάνοντας συχνά δύσκολες και δυσάρεστες αποφάσεις. Ταυτόχρονα, αποδέχεται την καλόπιστη κριτική των δικαστικών αποφάσεων, διότι είναι συνταγματικά επιβεβλημένη και για αυτό πρέπει να είναι καλοδεχούμενη από όλους, πάντα, όμως, με σεβασμό στους Θεσμούς.

Αισθανόμαστε περήφανοι για το νομικό μας πολιτισμό, που διαμορφώθηκε, χάρη στο ελεύθερο πνεύμα, ως βασικό θεμέλιο της δικαστικής κρίσης, σε συνδυασμό με την επιστημοσύνη, την σύνθεση του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου και τη νομολογία των Δικαστηρίων μας.

Είναι απαραίτητο να προτάξουμε την ανάγκη της εξέλιξης της νομικής επιστήμης μέσω και της διαρκούς επιμόρφωσης των Δικαστών και Εισαγγελέων. Ο ρόλος της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών είναι κομβικός και πρέπει να αναβαθμισθεί ακόμα περισσότερο.

Οι Πολίτες απαιτούν ταχύτητα και ποιότητα στην απονομή της Δικαιοσύνης και η υποχρέωση μας είναι να υπηρετήσουμε αυτή την ανάγκη. Οι οργανωτικές αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι προς αυτή την κατεύθυνση και το Δικαστικό Σώμα πρέπει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και να πρωτοστατεί στην επίλυση των προβλημάτων.

Η εξωστρέφεια του Δικαστικού συστήματος είναι χρήσιμη στη σχέση Πολίτη και Δικαιοσύνης και επιτυγχάνεται με τη διαφάνεια και τη λογοδοσία των δικαστικών σχηματισμών, που πρέπει να συστηματοποιήσουμε για να αναδειχθεί το έργο τους.

Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι οι συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης, οι Δικηγόροι ατομικά και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ως Θεσμοί, συμπράττουν προς την ίδια κατεύθυνση. Την κοινή προσπάθεια στηρίζουν οι Δικαστικοί Υπάλληλοι, συχνά εργαζόμενοι υπό αντίξοες συνθήκες.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βασική επιδίωξη μας είναι να υπερασπιζόμαστε το Κράτος Δικαίου. Το Δικαστικό Σώμα καθημερινά μάχεται γι' αυτό και η δομή και λειτουργία του δικαστικού μας συστήματος το εξασφαλίζει. Η Δικαιοσύνη, ως θεσμός, πρέπει να στηρίζεται από τη Κοινωνία και να προστατεύεται από αυτήν.

Η προσωπική μου δέσμευση είναι, μαζί με τους Συναδέλφους μου, να εργαστούμε αγόγγυστα για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, τους Πολίτες. Έχοντας πλήρη συναίσθηση της μεγάλης ευθύνης υπόσχομαι και ελπίζω να ανταποκριθώ στο καθήκον, που μου ανατέθηκε».

Η δήλωση του Ευάγγελου Μπακέλα

«Αποτελεί εξαιρετική τιμή, η προαγωγή μου στο βαθμό του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συντάγματος, μετά και από επιλογή των συναδέλφων μου.

Από τη θέση αυτή, που αποτελεί προσδοκώμενη θεμιτή υπηρεσιακή κορύφωση κάθε εισαγγελικού λειτουργού και συνεπάγεται μέγιστη ευθύνη και ύψιστο καθήκον για τη διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών και των αρχών του Κράτους Δικαίου, υπέρτατου αγαθού κάθε ευνομούμενης Πολιτείας, συστατικό στοιχείο του οποίου αποτελεί η έγκαιρη και αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης, θα συνεχίσω να υπηρετώ με συνέπεια, προσήλωση και αφοσίωση στο καθήκον και απόλυτη συναίσθηση της τεράστιας ευθύνης που εμπεριέχει.

Προς το σκοπό αυτό, έχοντας ως οδηγό το Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή μου, θα καταβάλλω κάθε προσπάθεια, με τη συνδρομή των άξιων, ικανών και καταξιωμένων συναδέλφων μου εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών, των δικαστικών υπαλλήλων και των συλλειτουργών της δικαιοσύνης, δικηγόρων.

Ως εισαγγελείς επιλέξαμε το δύσκολο και μοναχικό, πολλές φορές, δρόμο του αγώνα για την προστασία και διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων, την τήρηση της νομιμότητας και την παροχή έννομης προστασίας στον αδικούμενο πολίτη, εκτελώντας ευσυνείδητα, με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, τα εισαγγελικά μας καθήκοντα, αναμετρώμενοι καθημερινά με νομικά και ουσιαστικά διλήμματα και ανταποκρινόμενοι στο θεσμικό ρόλο που μας έχει ανατεθεί από την Πολιτεία.

Σε μια περίοδο που αμφισβητείται και απαξιώνεται το τεράστιο έργο μας και πλήττεται έτσι η Δικαιοσύνη και κατ' επέκταση η ίδια η Δημοκρατία, καλώ όλους να εμπιστεύονται τους εισαγγελείς και τη Δικαιοσύνη, θεμέλιο λίθο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, τονίζοντας ότι η καλόπιστη κριτική των ενεργειών και των αποφάσεών μας είναι απόλυτα θεμιτή και αναγκαία, όπως αναγκαίες είναι η αποφυγή και η αποτροπή κάθε προσπάθειας επηρεασμού, καθοδήγησης και χειραγώγησης των εισαγγελικών λειτουργών».

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή