Ένα πρωινό με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο καφενείο της Βουλής
Μια απρόσμενη χειραψία με την σύγχρονη πολιτική Ιστορία του τόπου
Πορτρέτο του Ανδρέα Παπανδρέου στη Βουλή
Ήταν το 1995. Νεαρός δημοσιογράφος τότε στο ραδιόφωνο του Flash, με περισσότερο ενθουσιασμό παρά εμπειρία, βρέθηκα ένα πρωινό στη Βουλή για κάποιο ρεπορτάζ που, ομολογώ, δεν θυμάμαι πλέον. Αυτό που θυμάμαι όμως με απόλυτη καθαρότητα είναι μια συνάντηση που έμελλε να χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου.
Καθόμουν στο καφενείο της Βουλής, παρατηρώντας τη συνηθισμένη κίνηση βουλευτών, δημοσιογράφων και κομματικών στελεχών. Ξαφνικά, κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα. Δεν ακούστηκε κάποια ανακοίνωση, δεν προηγήθηκε καμία προειδοποίηση. Κι όμως, σαν ένα αόρατο κύμα να διαπέρασε την αίθουσα, όλοι σχεδόν σηκώθηκαν όρθιοι.
Δεξιοί, Πασόκοι, αριστεροί, κομμουνιστές. Άνθρωποι που λίγα λεπτά πριν διαφωνούσαν έντονα μεταξύ τους, βρέθηκαν ξαφνικά ενωμένοι σε μια κοινή κίνηση σεβασμού.
«Καλημέρα, κύριε Πρόεδρε», ακούστηκε από διάφορες γωνιές.
Στην είσοδο του εντευκτηρίου είχε εμφανιστεί ο Ανδρέας Παπανδρέου με την ασφάλειά του.
Δεν ήταν απλώς η παρουσία ενός πρωθυπουργού. Ήταν η παρουσία ενός ανθρώπου που είχε σφραγίσει μια ολόκληρη εποχή της ελληνικής πολιτικής ζωής. Παρά τα εμφανή σημάδια της κούρασης που είχαν αφήσει πάνω του τα προβλήματα υγείας των τελευταίων χρόνων, η αύρα του παρέμενε σχεδόν μαγνητική. Κοντοστάθηκε στη μέση του καφενείου και άρχισε να συνομιλεί με ένα μικρό πηγαδάκι συνεργατών και βουλευτών.
Για μένα, έναν αμούστακο ακόμη συντάκτη, η ευκαιρία να τον γνωρίσω έμοιαζε με όνειρο.
Βρήκα το θάρρος και πλησίασα τον Άκη Τσοχατζόπουλο.
«Άκη, μπορείς να με γνωρίσεις στον Πρόεδρο;» τον ρώτησα σχεδόν διστακτικά.
Ο Άκης χαμογέλασε, με έπιασε από το χέρι και χωρίς δεύτερη σκέψη με οδήγησε δίπλα στον Ανδρέα.
«Πρόεδρε, από εδώ ο Κώστας Τσιτούνας. Είναι ρεπόρτερ στον Flash, στο ραδιόφωνο...»
Ο Παπανδρέου γύρισε προς το μέρος μου και μου έδωσε το χέρι του με εκείνο το χαρακτηριστικό, κοσμοπολίτικο ύφος που τον διέκρινε. Ήταν άνετος, ευγενικός, με μια φυσική αυτοπεποίθηση που μόνο οι πραγματικοί ηγέτες εκπέμπουν χωρίς προσπάθεια.
Εγώ, αντίθετα, είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Δεν ήξερα τι να πω.
Εκείνος έσπασε πρώτος τη σιωπή.
«Να ξέρεις ότι ακούω Flash όταν είμαι στο αυτοκίνητο... Τι ρεπορτάζ κάνεις;»
«Τα πάντα, κύριε Πρόεδρε... Ό,τι προλαβαίνω στο ελεύθερο», απάντησα αμήχανα.
Χαμογέλασε.
«Σε βλέπω να ακολουθείς τα βήματα του Κακούνη», είπε γελώντας.
Ο Άκης γέλασε μαζί του. Εγώ προσπαθούσα ακόμη να συνειδητοποιήσω ότι συνομιλούσα με τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, αντάλλαξε άλλη μια κουβέντα με τους γύρω του και συνέχισε προς το γραφείο του.
Έμεινα ακίνητος στο ίδιο σημείο για αρκετά λεπτά.
Ίσως σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια δημοσιογραφίας και αμέτρητες συναντήσεις με πολιτικούς, η σκηνή να φαίνεται απλή. Τότε όμως ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα από τόσο κοντά το ειδικό βάρος της Ιστορίας. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκα πως ορισμένοι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί τους, έχουν τη δύναμη να γεμίζουν έναν χώρο μόνο με την παρουσία τους.
Και κάθε φορά που θυμάμαι εκείνο το πρωινό στο καφενείο της Βουλής, δεν θυμάμαι τόσο τα λόγια που ανταλλάξαμε. Θυμάμαι κυρίως τη στιγμή που ολόκληρη η αίθουσα σηκώθηκε όρθια. Σαν ένα αόρατο ρεύμα σεβασμού να είχε περάσει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ήταν η στιγμή που κατάλαβα τι σημαίνει πολιτικό εκτόπισμα και δέος. Και ήμουν τυχερός που το είδα με τα δικά μου μάτια, έστω και για δυο λεπτά που μου φάνηκαν αιώνες...