Γιατί ο κόσμος κάνει λιγότερα παιδιά: Νέο αναπαραγωγικό τοπίο και οι πολιτικές για αύξηση γεννήσεων
Η πτώση των γεννήσεων αποτελεί πλέον παγκόσμιο φαινόμενο
Στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας είναι αφιερωμένο πρόσφατο άρθρο του έγκριτου επιστημονικού περιοδικού «The Lancet». Η πτώση των γεννήσεων αποτελεί πλέον παγκόσμιο φαινόμενο με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, που πέρα από το δημογραφικό, αγγίζουν τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή και τις διαγενεακές σχέσεις.
Σε περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας, δηλαδή ο μέσος αριθμός παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της, έχει πέσει κάτω από το όριο των 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα, επισημαίνει η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου, συνοψίζοντας τα κύρια σημεία της δημοσίευσης. Το όριο αυτό σηματοδοτεί τις απαραίτητες γεννήσεις για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και η Ουκρανία, ο δείκτης αυτός έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα χαμηλότερα του 1, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες κυμαίνεται λίγο κάτω από το 1,6.
Πολιτικές για την αύξηση των γεννήσεων
Σύμφωνα με το «The Lancet», πολλά κράτη για να αντιμετωοπίσουν το φαινόμενο, επιλέγουν να εφαρμόσουν πολιτικές που στοχεύουν άμεσα στην αύξηση των γεννήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, η οποία, στην προσπάθειά της να αντιστρέψει την πτωτική πορεία των γεννήσεων, προχώρησε πρόσφατα στην επιβολή φόρου 13% στα προφυλακτικά, ενώ παράλληλα προσφέρει οικονομικά επιδόματα στους γονείς για κάθε παιδί κάτω των τριών ετών. Αντίστοιχα, η Νότια Κορέα παρέχει απαλλαγές από τη στρατιωτική θητεία και διοργανώνει κρατικά χρηματοδοτούμενες εκδηλώσεις γνωριμιών, ενώ η Ουγγαρία έχει θεσπίσει ισόβια φοροαπαλλαγή εισοδήματος για μητέρες με δύο ή περισσότερα παιδιά.
Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο τέτοιες παρεμβάσεις είναι πραγματικά αποτελεσματικές. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά. Η Νότια Κορέα, για παράδειγμα, δεν έχει καταφέρει να ανακόψει τη συνεχή πτώση του δείκτη γονιμότητας. Η Ιαπωνία, παρά τις δεκαετίες πολιτικών στήριξης της οικογένειας, εξακολουθεί να καταγράφει χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων σε σχέση με το παρελθόν, ενώ ακόμη και οι Σκανδιναβικές χώρες, που διαθέτουν υποδειγματικά συστήματα γονικής άδειας και παιδικής φροντίδας, δεν έχουν καταφέρει να επανέλθουν στο επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού.
Νέο αναπαραγωγικό τοπίο
Οι λόγοι που οδηγούν στη μείωση της γονιμότητας είναι πολυπαραγοντικοί. Η ευρεία πρόσβαση σε αποτελεσματική αντισύλληψη, η μακροχρόνια εκπαίδευση σε υψηλότερες βαθμίδες και η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η καθυστέρηση του γάμου και της τεκνοποίησης, αλλά και η μείωση της γονιμότητας τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, διαμορφώνουν ένα νέο αναπαραγωγικό τοπίο, αναφέρει το «The Lancet». Παράλληλα, η πτώση της παιδικής θνησιμότητας έχει αλλάξει τη λογική της οικογένειας. Στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα έχουν σχεδόν απόλυτη πιθανότητα να φτάσουν στην ενηλικίωση, γεγονός που μειώνει την ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό απογόνων.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται επίσης να παίζουν οι υπαρξιακές ανησυχίες των νεότερων γενεών. Η κλιματική κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις, η οικονομική ανασφάλεια και η επιδείνωση της ψυχικής υγείας στους νέους ενήλικες δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, μέσα στο οποίο η απόφαση για τεκνοποίηση μοιάζει ολοένα και πιο δύσκολη. Οι φόβοι για το μέλλον, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, λειτουργούν αποτρεπτικά στη δημιουργία οικογένειας.
Προκλήσεις για τα κράτη πρόνοιας
Οι συνέπειες της δημογραφικής συρρίκνωσης προκαλούν έντονες ανησυχίες. Η μείωση του ενεργού πληθυσμού, η συρρίκνωση της φορολογικής βάσης και η αύξηση των συνταξιοδοτικών και υγειονομικών δαπανών δημιουργούν σοβαρές προκλήσεις για τα κράτη πρόνοιας. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να αυξήσει τα περιστατικά χρόνιων και μη μεταδοτικών νοσημάτων, καθώς και τις ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα.
Ωστόσο, το «The Lancet» επισημαίνει ότι η προσέγγιση του ζητήματος αποκλειστικά μέσα από τον φόβο της πληθυσμιακής κατάρρευσης ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων συχνά συνοδεύονται από καταναγκασμό και παραβιάσεις δικαιωμάτων, όπως συνέβη παλαιότερα με την πολιτική του ενός παιδιού στην Κίνα ή με ακραία μέτρα της Ρουμανίας προ 40 ετών. Επιπλέον, ορισμένες σύγχρονες παρεμβάσεις, όπως η αύξηση της τιμής των προφυλακτικών, ενδέχεται να υπονομεύσουν τη δημόσια υγεία, οδηγώντας σε αύξηση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και των ανεπιθύμητων εγκυμοσυνών.
Τέλος, προτείνεται μια ευρύτερη προσέγγιση του θέματος, η οποία λαμβάνει υπόψη την της έννοια της υγιούς γήρανσης, την επένδυση στη γηριατρική και στη φυσική ιατρική-αποκατάσταση, την ενίσχυση της πρόληψης και της υγείας των ηλικιωμένων, καθώς και την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, ως παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής βιωσιμότητας. Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες οφείλουν να συνεχίσουν να στηρίζουν τα παιδιά και τις οικογένειες, να εξασφαλίζουν ποιοτική και προσιτή παιδική φροντίδα, να ενθαρρύνουν την ισότιμη συμμετοχή των πατέρων και να προστατεύουν τα δικαιώματα και την υγεία των γυναικών.