Η «επικήρυξη» του λαγοκέφαλου: αναγκαίο μέτρο, αλλά όχι μαγική λύση
Ο όρος είναι επικοινωνιακά δυνατός και εύκολα κατανοητός. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Στη διαχείριση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, οι λέξεις έχουν σημασία
Η πρόσφατη ανακοίνωση της πολιτείας για την οικονομική ενίσχυση της στοχευμένης αλίευσης του λαγοκέφαλου επανέφερε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που οι επαγγελματίες αλιείς της Ανατολικής Μεσογείου γνωρίζουν εδώ και χρόνια από πρώτο χέρι. Ο λαγοκέφαλος δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα στις ελληνικές θάλασσες. Είναι ένα εγκατεστημένο ξενικό εισβολικό είδος, με σοβαρές οικολογικές, οικονομικές και υγειονομικές επιπτώσεις.
Η απόφαση να δοθεί οικονομικό κίνητρο για την αλίευσή του, μέχρι 5,33 ευρώ ανά κιλό, παρουσιάστηκε εύλογα στον δημόσιο λόγο ως «επικήρυξη». Ο όρος είναι επικοινωνιακά δυνατός και εύκολα κατανοητός. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Στη διαχείριση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, οι λέξεις έχουν σημασία. Η «επικήρυξη» μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι πρόκειται για μια επιχείρηση εξόντωσης ενός ανεπιθύμητου είδους, σαν να μπορούμε με αρκετή αλιευτική πίεση να το εξαφανίσουμε από τη θάλασσα. Αυτό, επιστημονικά, δεν είναι ρεαλιστικό.
Ο λαγοκέφαλος, Lagocephalus sceleratus, είναι είδος ινδο-ειρηνικής προέλευσης που εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η εξάπλωσή του εντάσσεται στο ευρύτερο φαινόμενο της λεσσεψιανής μετανάστευσης, δηλαδή της μετακίνησης ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα προς τη Μεσόγειο. Η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών, η αλλαγή των οικολογικών ισορροπιών και η απουσία επαρκών φυσικών θηρευτών έχουν διευκολύνει την εγκατάστασή του, ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην Ελλάδα, η παρουσία του έχει καταγραφεί εδώ και περίπου δύο δεκαετίες, με ιδιαίτερα έντονη εμφάνιση σε περιοχές όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και το Νότιο Αιγαίο. Για τους επαγγελματίες παράκτιους αλιείς, ο λαγοκέφαλος δεν είναι απλώς ένα ακόμα ψάρι στα δίχτυα. Είναι καθημερινή ζημιά: καταστρέφει δίχτυα και παραγάδια, καταναλώνει ή αλλοιώνει εμπορεύσιμα αλιεύματα, αυξάνει τον χρόνο εργασίας, μειώνει το καθαρό εισόδημα και επιβαρύνει περαιτέρω έναν κλάδο που ήδη πιέζεται από τη μείωση των αποθεμάτων, το κόστος καυσίμων και την κλιματική αστάθεια. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό. Ο λαγοκέφαλος είναι ιδιαίτερα τοξικός. Περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση ή ακόμη και θάνατο σε περίπτωση κατανάλωσης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η τοξίνη αυτή δεν εξουδετερώνεται ούτε με το μαγείρεμα ούτε με την κατάψυξη. Συνεπώς, ο λαγοκέφαλος δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να καταναλώνεται, να πωλείται ή να διακινείται ως αλιευτικό προϊόν.
Αυτό το σημείο είναι θεμελιώδες για την κατανόηση του μέτρου. Δεν μιλάμε για ένα είδος που μπορεί απλώς να αλιευθεί και να διοχετευθεί στην αγορά. Μιλάμε για ένα τοξικό αλίευμα που πρέπει να συλλέγεται, να ζυγίζεται, να καταγράφεται και να οδηγείται σε ασφαλή καταστροφή ή σε άλλη απολύτως ελεγχόμενη διαχείριση. Άρα, το πρόγραμμα δεν είναι απλώς μια οικονομική ενίσχυση προς τους αλιείς. Είναι μια παρέμβαση που απαιτεί οργάνωση, επιτήρηση, υποδομές και σαφές πρωτόκολλο.
Η εμπειρία της Κύπρου είναι εξαιρετικά χρήσιμη για να αποφύγουμε λανθασμένες προσδοκίες. Η Κύπρος εφαρμόζει εδώ και χρόνια αντίστοιχο πρόγραμμα αποζημίωσης για την αλίευση του λαγοκέφαλου. Έχουν αφαιρεθεί σημαντικές ποσότητες βιομάζας από τη θάλασσα, όμως δεν έχει επιτευχθεί θεαματική μείωση του πληθυσμού του είδους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μέτρο είναι άχρηστο. Σημαίνει ότι πρέπει να αξιολογείται με τα σωστά κριτήρια. Η αξία του δεν βρίσκεται στην εξάλειψη του λαγοκέφαλου, αλλά στη μείωση μέρους της πίεσης που ασκεί στην παράκτια αλιεία και στην οικονομική ανακούφιση των αλιέων που υφίστανται τη ζημιά.
Η πλήρης εξάλειψη ενός εγκατεστημένου ξενικού θαλάσσιου είδους είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρακτικά ανέφικτη. Η θάλασσα δεν είναι κλειστό σύστημα. Οι πληθυσμοί μετακινούνται, αναπαράγονται, διασπείρονται και επανεγκαθίστανται. Ιδίως στη Μεσόγειο, όπου τα οικοσυστήματα μεταβάλλονται ταχύτατα λόγω κλιματικής αλλαγής, υπεραλίευσης και ανθρωπογενών πιέσεων, η διαχείριση τέτοιων ειδών δεν μπορεί να βασίζεται σε λογικές «εξόντωσης». Πρέπει να βασίζεται σε λογικές παρακολούθησης, περιορισμού των επιπτώσεων και προσαρμογής.
Το ελληνικό πρόγραμμα, επομένως, μπορεί να είναι χρήσιμο μόνο αν ενταχθεί σε ένα συνολικότερο σχέδιο διαχείρισης των ξενικών εισβολικών ειδών. Αν περιοριστεί σε μια απλή πληρωμή ανά κιλό, θα λειτουργήσει κυρίως ως αποζημιωτικό μέτρο. Αν όμως συνδεθεί με επιστημονική καταγραφή, χωρική χαρτογράφηση, παρακολούθηση των πληθυσμών και αξιολόγηση των επιπτώσεων στην αλιεία, τότε μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο πολιτικής.
Κάθε αλίευση λαγοκέφαλου θα μπορούσε να παράγει δεδομένα: σε ποια περιοχή αλιεύθηκε, σε ποιο βάθος, με ποιο εργαλείο, ποια εποχή, σε τι μέγεθος, σε τι ποσότητα, με τι συχνότητα. Αυτά τα δεδομένα είναι απαραίτητα για να κατανοήσουμε τη δυναμική του είδους. Χωρίς αυτά, απλώς πληρώνουμε για την αφαίρεση βιομάζας χωρίς να γνωρίζουμε αν το μέτρο έχει πραγματικό αποτέλεσμα.
Επιπλέον, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε το οικονομικό κίνητρο να μη δημιουργήσει ανεπιθύμητες στρεβλώσεις. Κάθε πρόγραμμα αποζημίωσης πρέπει να έχει μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνειας και επαλήθευσης. Πρέπει να είναι σαφές ποιοι συμμετέχουν, πώς πιστοποιείται το αλίευμα, πού παραδίδεται, πώς καταστρέφεται και πώς αποφεύγεται οποιαδήποτε παράνομη διακίνηση. Η τοξικότητα του λαγοκέφαλου δεν αφήνει περιθώρια για χαλαρές διαδικασίες.
Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να στηρίξει ουσιαστικά τους αλιείς. Οι παράκτιοι αλιείς είναι οι πρώτοι που βιώνουν τις επιπτώσεις της βιολογικής εισβολής. Είναι όμως και οι πρώτοι που μπορούν να συμβάλουν στη συλλογή δεδομένων, στην έγκαιρη αναγνώριση εξάρσεων και στην πρακτική εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως δικαιούχοι αποζημίωσης, αλλά ως συνεργάτες στη διαχείριση του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Αυτό προϋποθέτει εκπαίδευση, ενημέρωση και εμπιστοσύνη. Χρειάζονται σαφείς οδηγίες για τον χειρισμό του είδους, για την αποφυγή ατυχημάτων, για την καταγραφή των δεδομένων και για τη διαδικασία παράδοσης. Χρειάζεται επίσης σταθερότητα στη χρηματοδότηση. Ένα μέτρο που εφαρμόζεται αποσπασματικά, χωρίς συνέχεια και χωρίς αξιολόγηση, δύσκολα μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η περίπτωση του λαγοκέφαλου μας υπενθυμίζει επίσης κάτι βαθύτερο: η Μεσόγειος αλλάζει. Δεν πρόκειται για ένα απομονωμένο φαινόμενο. Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, η υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων, η υπεραλίευση και η μετακίνηση ειδών δημιουργούν νέες οικολογικές πραγματικότητες. Είδη που παλαιότερα δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν ή να εξαπλωθούν εύκολα, σήμερα βρίσκουν ευνοϊκότερες συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι τα θαλάσσια οικοσυστήματα της χώρας μας θα αντιμετωπίζουν όλο και συχνότερα τέτοιες προκλήσεις.
Η συζήτηση για τον λαγοκέφαλο δεν πρέπει, λοιπόν, να εξαντληθεί στο ποσό της αποζημίωσης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν τα 5,33 ευρώ ανά κιλό είναι αρκετά. Το ερώτημα είναι αν η χώρα διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική για τα ξενικά εισβολικά είδη. Διαθέτουμε επαρκή παρακολούθηση; Υπάρχει διασύνδεση ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα, τους αλιείς και τη διοίκηση; Υπάρχουν πρωτόκολλα γρήγορης απόκρισης όταν ένα είδος εμφανίζεται σε νέα περιοχή; Υπάρχει σταθερή ενημέρωση του κοινού για τους κινδύνους;
Η δημόσια ενημέρωση είναι κρίσιμη. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ότι ο λαγοκέφαλος είναι επικίνδυνος για κατανάλωση. Πρέπει να μπορεί να τον αναγνωρίζει. Πρέπει να γνωρίζει ότι δεν τον καθαρίζουμε, δεν τον δοκιμάζουμε, δεν τον δίνουμε σε ζώα, δεν τον πετάμε ανεξέλεγκτα. Η τοξικότητά του δεν είναι λεπτομέρεια για ειδικούς· είναι ζήτημα δημόσιας υγείας. Την ίδια στιγμή, πρέπει να αποφύγουμε τον πανικό. Ο λαγοκέφαλος είναι επικίνδυνος όταν καταναλωθεί, αλλά η παρουσία του στη θάλασσα δεν σημαίνει ότι η θάλασσα είναι γενικά επικίνδυνη. Η σωστή ενημέρωση πρέπει να είναι ψύχραιμη, σαφής και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Ούτε υποτίμηση του προβλήματος ούτε υπερβολή.
Η «επικήρυξη» του λαγοκέφαλου μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική αρχή. Μπορεί να στηρίξει τους αλιείς, να μειώσει τοπικά την πίεση, να απομακρύνει σημαντική βιομάζα και να δημιουργήσει χρήσιμα δεδομένα. Δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει μόνη της. Δεν μπορεί να ακυρώσει τις οικολογικές αλλαγές που ευνοούν το είδος. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την επιστημονική παρακολούθηση. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για τη θάλασσα.
Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, πρέπει να δούμε το μέτρο ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής. Μιας στρατηγικής που θα περιλαμβάνει παρακολούθηση των ξενικών ειδών, στήριξη της μικρής παράκτιας αλιείας, προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, περιορισμό της υπεραλίευσης, εκπαίδευση των αλιέων, ενημέρωση των πολιτών και αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης στη λήψη αποφάσεων.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι απλώς ένα «επικίνδυνο ψάρι». Είναι ένδειξη μιας Μεσογείου που μεταβάλλεται. Και η απάντησή μας σε αυτή τη μεταβολή θα δείξει αν αντιμετωπίζουμε τη θάλασσα με όρους συγκυριακής διαχείρισης ή με όρους πραγματικής περιβαλλοντικής πολιτικής. Η αποζημίωση ανά κιλό είναι χρήσιμη. Η στοχευμένη αλίευση είναι αναγκαία. Η στήριξη των αλιέων είναι δίκαιη. Αλλά η ουσιαστική λύση βρίσκεται πιο βαθιά: στη γνώση, στη συνέχεια, στη συνεργασία και στη μακροπρόθεσμη διαχείριση.
Διαβάστε επίσης