Διά βίου μάθηση: Η αγορά εργασίας αλλάζει, η Ελλάδα εκπαιδεύεται;

Η συνεχής εκπαίδευση και εξειδίκευση συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για την επαγγελματική εξέλιξη

Διά βίου μάθηση: Η αγορά εργασίας αλλάζει, η Ελλάδα εκπαιδεύεται;

Η εποχή κατά την οποία οι γνώσεις που αποκτούσε κάποιος στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο επαρκούσαν για ολόκληρη την επαγγελματική του ζωή φαίνεται πως έχει περάσει. Η νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης αναδεικνύει διαφορετικές προκλήσεις και προοπτικές για την εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, επιταχύνοντας τον μετασχηματισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της επαγγελματικής πραγματικότητας. Νέες ανάγκες για δεξιότητες δημιουργούνται διαρκώς, ενώ γνώσεις που μέχρι χθες θεωρούνταν επαρκείς χρειάζονται πλέον συνεχή ανανέωση και επικαιροποίηση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνεχής εκπαίδευση και η εξειδίκευση δεν αποτελούν πλέον απλώς πρόσθετα προσόντα. Συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για την επαγγελματική εξέλιξη, την προσαρμογή στις αλλαγές και, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και για τη διατήρηση μιας θέσης εργασίας. Η διά βίου μάθηση αφορά πλέον όλους: όσους αναζητούν εργασία, τους εργαζομένους που θέλουν να εξελιχθούν, τους επαγγελματίες που χρειάζεται να ανανεώσουν τις γνώσεις τους, αλλά και όσους επιθυμούν να αλλάξουν επαγγελματική κατεύθυνση.

Παρά τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία της, όμως, η συμμετοχή των ενηλίκων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές ανισότητες. Τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας φέρνουν στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: έχουμε ενσωματώσει ως χώρα τη νέα αυτή πραγματικότητα; Εκπαιδευόμαστε και ανανεώνουμε συστηματικά τις γνώσεις μας μετά την ολοκλήρωση των βασικών σπουδών μας; Και, τελικά, ποια είναι η θέση της Ελλάδας σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη;

Η Ευρώπη εκπαιδεύεται αλλά με μεγάλες διαφορές

Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat αποκαλύπτουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Το 2025, το 13,7% των πολιτών ηλικίας 25 έως 64 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε ότι είχε συμμετάσχει σε κάποια μορφή τυπικής ή μη τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης κατά τις τέσσερις εβδομάδες πριν από την έρευνα.

Πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, διαμορφώνονται δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες. Στη Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 38%, στη Δανία φτάνει περίπου στο 31% και στη Φινλανδία στο 28%. Υψηλές επιδόσεις καταγράφονται επίσης στην Ολλανδία, στην Εσθονία και στη Σλοβενία.

Στην άλλη άκρη της κατάταξης βρίσκεται η Ελλάδα. Μόλις περίπου το 5% των ενηλίκων ηλικίας 25 έως 64 ετών συμμετείχε πρόσφατα σε κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για επίδοση σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Χαμηλή συμμετοχή εμφανίζουν επίσης χώρες όπως η Βουλγαρία και η Κροατία.

Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί απλώς μια εκπαιδευτική υστέρηση. Αποτελεί ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την οικονομία, την παραγωγικότητα και τη δυνατότητα των εργαζομένων να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις. Όταν η αγορά εργασίας αλλάζει γρήγορα, μια χώρα στην οποία οι ενήλικοι εκπαιδεύονται λιγότερο κινδυνεύει να διευρύνει το χάσμα δεξιοτήτων και να αφήσει σημαντικό μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της πίσω από τις εξελίξεις.

Τα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν, επίσης, ότι η συμμετοχή στη μάθηση δεν είναι ίδια για όλους. Οι νεότεροι ενήλικοι εκπαιδεύονται συχνότερα από τους μεγαλύτερους, οι εργαζόμενοι περισσότερο από τους ανέργους και όσοι διαθέτουν ήδη υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο περισσότερο από εκείνους που έχουν χαμηλότερα προσόντα. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: οι άνθρωποι που έχουν συχνά μεγαλύτερη ανάγκη από νέες γνώσεις και δεξιότητες είναι εκείνοι που έχουν και τη μικρότερη πρόσβαση σε αυτές.

Η εικόνα σε βάθος δωδεκαμήνου

Η Eurostat εξετάζει τη συμμετοχή των ενηλίκων στην εκπαίδευση και σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, καταγράφοντας όσους παρακολούθησαν κάποια μορφή τυπικής ή μη τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες.

Σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2024 το 28,1% των πολιτών ηλικίας 25 έως 64 ετών στην Ε.Ε. είχε συμμετάσχει σε κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα μέσα στο προηγούμενο δωδεκάμηνο. Η Σουηδία, η Δανία, η Εσθονία και η Φινλανδία κατέγραψαν ποσοστά άνω του 50%, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή κουλτούρα διά βίου μάθησης που χαρακτηρίζει τις συγκεκριμένες χώρες.

Αντίθετα, η Ελλάδα και η Βουλγαρία βρέθηκαν στις τελευταίες θέσεις, με ποσοστά κάτω από 9%. Επομένως, ακόμη και όταν η περίοδος αναφοράς διευρύνεται από τις τέσσερις εβδομάδες στους δώδεκα μήνες, η βασική εικόνα δεν αλλάζει: η συμμετοχή των ενηλίκων στη χώρα μας παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Τα ποσοστά των δύο μετρήσεων δεν πρέπει να συγκρίνονται απευθείας, καθώς αφορούν διαφορετικές περιόδους αναφοράς. Είναι αναμενόμενο η δωδεκάμηνη καταγραφή να εμφανίζει υψηλότερη συμμετοχή, αφού μέσα σε ένα ολόκληρο έτος περισσότεροι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν κάποιο πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Το κοινό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι σαφές: είτε εξετάσουμε τις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες είτε το σύνολο του έτους, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο έως το 2030 να συμμετέχει κάθε χρόνο σε εκπαίδευση ή κατάρτιση τουλάχιστον το 60% των ενηλίκων. Η απόσταση που πρέπει να καλύψει η Ελλάδα είναι, επομένως, μεγάλη. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι μόνο να αυξηθεί αριθμητικά η συμμετοχή. Είναι να διαμορφωθεί μια πραγματική κουλτούρα μάθησης, μέσα από ποιοτικά και ευέλικτα προγράμματα που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών και στις μεταβολές της αγοράς εργασίας

Η συνεχής εκπαίδευση ως προϋπόθεση επαγγελματικής εξέλιξης

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η αγορά εργασίας θα συνεχίσει να αλλάζει, αλλά αν εργαζόμενοι, επιχειρήσεις και Πολιτεία θα μπορέσουν να ακολουθήσουν τον ρυθμό αυτών των αλλαγών. Η χαμηλή συμμετοχή των ενηλίκων στην εκπαίδευση δεν αποτελεί απλώς μια αρνητική στατιστική επίδοση για την Ελλάδα. Αποτελεί προειδοποίηση για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την επαγγελματική ασφάλεια των εργαζομένων και τη δυνατότητα της χώρας να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της.

Χρειαζόμαστε μια νέα κουλτούρα μάθησης, που δεν θα ολοκληρώνεται με την απόκτηση ενός πτυχίου. Προγράμματα κατάρτισης με ποιότητα, σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, πρόσβαση για όλες τις ηλικίες και ουσιαστική καθοδήγηση στις επαγγελματικές μεταβάσεις.

Γιατί σε έναν κόσμο όπου τα επαγγέλματα και οι απαιτούμενες δεξιότητες μεταβάλλονται διαρκώς, η μεγαλύτερη επαγγελματική ασφάλεια δεν είναι να παραμένουμε στην ίδια θέση. Είναι να έχουμε τη δυνατότητα να εξελισσόμαστε, να προσαρμοζόμαστε και, όταν χρειάζεται, να ξεκινάμε ξανά.

Λέλες Θανάσης, Επιστημονικός Υπεύθυνος Career Gate

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή