Σπάνια καταγραφή του τροπικού αγγελόψαρου Pomacanthus maculosus στα νερά της Νισύρου
Η παρατήρηση από το Volcano Bubbles Diving School αναδεικνύει τις μεταβολές στη θαλάσσια βιοποικιλότητα του νοτιοανατολικού Αιγαίου
Μία ιδιαίτερης επιστημονικής σημασίας παρατήρηση πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στα θαλάσσια ύδατα της Νισύρου από το καταδυτικό κέντρο Volcano Bubbles Diving School, όπου καταγράφηκε το τροπικό αγγελόψαρο Yellowbar Angelfish (Pomacanthus maculosus). Το είδος εντοπίστηκε κατά τη διάρκεια οργανωμένης κατάδυσης σε βραχώδη παράκτια περιοχή του νησιού και τεκμηριώθηκε φωτογραφικά, προσθέτοντας μία ακόμη αξιόπιστη καταγραφή στην εξάπλωσή του στην ανατολική Μεσόγειο.
Το Pomacanthus maculosus είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά είδη της οικογένειας Pomacanthidae. Η έντονη κίτρινη κατακόρυφη ζώνη στα πλευρά του σώματος, οι μεταλλικές γαλάζιες αποχρώσεις στο κεφάλι και τα πτερύγια, καθώς και το μεγάλο του μέγεθος, που μπορεί να φθάσει τα 50 εκατοστά, το καθιστούν ιδιαίτερα εύκολα αναγνωρίσιμο ακόμη και από έμπειρους δύτες. Οι νεαροί οργανισμοί εμφανίζουν διαφορετικό χρωματικό πρότυπο από τα ενήλικα άτομα, γεγονός που αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών ειδών αγγελόψαρων.
Το είδος έχει φυσική κατανομή στην Ερυθρά Θάλασσα και τον δυτικό Ινδικό Ωκεανό, ενώ η παρουσία του στη Μεσόγειο αποδίδεται στη λεσσεψιανή μετανάστευση, δηλαδή στη φυσική διασπορά οργανισμών μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Τα τελευταία χρόνια η παρουσία θερμόφιλων ειδών στις ελληνικές θάλασσες καταγράφεται ολοένα συχνότερα, αντανακλώντας τόσο τη συνεχιζόμενη βιογεωγραφική επέκταση ειδών από την Ερυθρά Θάλασσα όσο και τις επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας των θαλάσσιων υδάτων.
Βιολογικά χαρακτηριστικά και οικολογία του είδους
Το Pomacanthus maculosus είναι βενθοπελαγικό είδος που συνδέεται με βραχώδη και σκληρά υποστρώματα, όπου βρίσκει καταφύγιο σε σχισμές και κοιλότητες. Στη φυσική του περιοχή εξάπλωσης απαντά τόσο σε βραχώδεις σχηματισμούς όσο και σε κοραλλιογενή οικοσυστήματα, ενώ στη Μεσόγειο οι μέχρι σήμερα παρατηρήσεις σχετίζονται κυρίως με βραχώδεις παράκτιες περιοχές.
Η διατροφή του αποτελείται κυρίως από σπόγγους, ασκίδια (χιτωνόζωα), βρυόζωα και άλλους βενθικούς ασπόνδυλους οργανισμούς, γεγονός που του προσδίδει σημαντικό οικολογικό ρόλο στη δομή και τη λειτουργία των βενθικών κοινοτήτων. Συνήθως απαντά μεμονωμένο ή σε ζεύγη και παρουσιάζει έντονη εδαφική συμπεριφορά, ιδιαίτερα κατά την αναπαραγωγική περίοδο.
Στα ελληνικά ύδατα το είδος έχει καταγραφεί κυρίως σε βάθη 5 έως 30 μέτρων, αν και στη φυσική του κατανομή μπορεί να απαντά σε σημαντικά μεγαλύτερα βάθη. Η παρουσία του σε περιοχές του νοτιοανατολικού Αιγαίου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συμβάλλει στην κατανόηση των σύγχρονων μεταβολών της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.
Ο υποψήφιος διδάκτωρ Θαλάσσιας Βιολογίας και Αλιευτικής Δυναμικής, Δημήτρης Πάφρας, σχολιάζει: «Η καταγραφή του Pomacanthus maculosus στη Νίσυρο αποτελεί μία ακόμη ένδειξη της δυναμικής που παρουσιάζουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Η σταδιακή εγκατάσταση θερμόφιλων ειδών στα ελληνικά ύδατα συνδέεται με δύο παράλληλες διεργασίες: τη λεσσεψιανή μετανάστευση μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες μεταβάλλουν τις φυσικοχημικές συνθήκες της θάλασσας. Κάθε νέα τεκμηριωμένη παρατήρηση αποτελεί πολύτιμο επιστημονικό δεδομένο, καθώς συμβάλλει στην παρακολούθηση της εξάπλωσης των ειδών, στην αξιολόγηση των οικολογικών μεταβολών και στη διαμόρφωση αποτελεσματικότερων στρατηγικών για τη διαχείριση και προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας».
Η συγκεκριμένη καταγραφή αναδεικνύει, παράλληλα, τον ουσιαστικό ρόλο των καταδυτικών κέντρων στη σύγχρονη θαλάσσια έρευνα. Η συνεχής παρουσία των δυτών στο πεδίο, σε συνδυασμό με τη φωτογραφική τεκμηρίωση και τη συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα, προσφέρει πολύτιμα δεδομένα για την παρακολούθηση των μεταβολών που συντελούνται στα θαλάσσια οικοσυστήματα της χώρας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Μεσόγειος μεταβάλλεται ταχύτερα από ποτέ, κάθε νέα καταγραφή αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο για την κατανόηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και της βιολογικής εισβολής θερμόφιλων ειδών, επιβεβαιώνοντας ότι οι ελληνικές θάλασσες βρίσκονται στο επίκεντρο σημαντικών οικολογικών εξελίξεων.