Δολοφονία του Tupac: Το βιβλίο που «έκαψε» τον Keffe D – Οι αποκαλύψεις που τον οδήγησαν στη φυλακή
Για σχεδόν 30 χρόνια, ο Ντουέιν «Κέφε» Ντέιβις μιλούσε δημόσια για τη δολοφονία του ράπερ – Οι ισχυρισμοί του, οι συνεντεύξεις και το βιβλίο του βρέθηκαν στο επίκεντρο της δίκης
Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η δολοφονία του Tupac Shakur έμοιαζε με ένα έγκλημα που θα έμενε για πάντα στη σκιά. Κανένας ένοχος, κανένα όπλο, καμία οριστική απάντηση. Μέχρι που ο άνθρωπος που γνώριζε περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε, άρχισε να μιλά ξανά και ξανά. Σε συνεντεύξεις, σε μυστικές συνομιλίες με τις Αρχές, ακόμη και σε βιβλίο. Τελικά, τα λόγια του έγιναν το νήμα που οδήγησε τους ερευνητές πίσω στη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου 1996 κι αυτόν στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Το 2019, περισσότερα από 22 χρόνια μετά τη δολοφονία του «αστέρα» της hip–hop, κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο: Compton Street Legend, το οποίο αποδίδεται στον Ντουέιν “Keffe D” Ντέιβις και έναν ακόμη συγγραφέα.
Ο αυτοαποκαλούμενος «πραγματικός γκάνγκστερ», εξέχον μέλος της διαβόητης συμμορίας South Side Compton Crips του Λος Άντζελες, ήταν γνωστός στις Αρχές και το FBI. Επί χρόνια, θεωρείτο ύποπτος για εμπλοκή στη δολοφονία, ενώ, είχε ήδη μιλήσει ανοιχτά για την υπόθεση σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Στο βιβλίο του, όμως, οι ισχυρισμοί του κατεγράφησαν πλέον και γραπτώς.
«Ήρθε η ώρα να βάλω τα πράγματα στη θέση τους», έγραφε. Ο θάνατος του Tupac ήταν, σύμφωνα με εκείνον, «κατανοητός», καθώς αποτελούσε συνέπεια παραβίασης του «αυστηρού κώδικα του δρόμου».
Στις σελίδες του βιβλίου περιγράφει ακόμη τη δράση του ως επικεφαλής ενός «πανεθνικού κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών αξίας εκατομμυρίων δολαρίων», ενώ, αναφέρεται στην απόκτηση του όπλου και την παρουσία του στο αυτοκίνητο από το οποίο σημειώθηκαν οι πυροβολισμοί τον Σεπτέμβριο του 1996.
Μία υπόθεση που έμεινε ανοιχτή για δεκαετίες
Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πιο γνωστά ανεξιχνίαστα εγκλήματα στον κόσμο. Ο θάνατος του Tupac τροφοδότησε αμέτρητες εικασίες και θεωρίες συνωμοσίας, ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του μεγάλου μουσικού του αντιπάλου, Κρίστοφερ Γουάλας, γνωστού ως The Notorious B.I.G. ή Biggie Smalls, στο Λος Άντζελες μόλις έξι μήνες αργότερα. Η δολοφονία εκείνη παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστη.
Όπως προέκυψε στη δίκη, ο Ντέιβις είχε αφηγηθεί την ιστορία του τόσο σε μυστικές συνεντεύξεις με τις Αρχές, όσο και τηλεοπτικές εμφανίσεις. Ακολούθησε η έκδοση του βιβλίου. Παρ’ όλα αυτά, για χρόνια δεν υπήρξε καμία σύλληψη.
Στο παρασκήνιο, όμως, οι ντετέκτιβ επανεξέταζαν τα διαθέσιμα στοιχεία. Νωρίς το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου 2023, ο Ντέιβις συνελήφθη. Μερικές ώρες αργότερα, οι εισαγγελείς ανακοίνωσαν την κατηγορία: Ανθρωποκτονία με χρήση θανατηφόρου όπλου.
Οι Αρχές υποστήριξαν ότι το βιβλίο ήταν εκείνο που έδωσε νέα ώθηση στην έρευνα.
Αναφορές για «εχθρικούς μάρτυρες» και απουσία φυσικών στοιχείων
Στη δίκη κατέθεσαν 27 μάρτυρες. Ανάμεσα σε εκείνους ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν στο σημείο της επίθεσης, αστυνομικοί που είχαν ασχοληθεί με την υπόθεση σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά και ερευνητές που συμμετείχαν στις μυστικές proffer συνεντεύξεις του Ντέιβις το 2008 και το 2009.
Ωστόσο, υπήρχαν και «εχθρικοί μάρτυρες»: Πρώην μέλη συμμοριών που υποχρεώθηκαν να καταθέσουν και δεν έκρυψαν τη δυσαρέσκειά τους.
Μάλιστα, ένας από αυτούς είπε ότι δεν υπήρχε καμία συμπάθεια μεταξύ αυτού και του Ντέιβις, αλλά δεν ήθελε να γίνει ο άνθρωπος του οποίου η μαρτυρία θα έστελνε τον πρώην αντίπαλο στη φυλακή.
Σε μία έντονη αντιπαράθεση με τον δικηγόρο της υπεράσπισης, όταν προσπαθούσε να αποφύγει ερωτήσεις για όσα φέρεται να γνώριζε, του είπε: «Δεν πρόκειται να τον στείλω εγώ στη φυλακή, εσύ θα το κάνεις».
«Καμία απόδειξη» και ένας κατηγορούμενος που «έλεγε ανοησίες»
Ουσιαστικά, ένα από τα βασικά επιχειρήματα της υπεράσπισης ήταν η απουσία φυσικών αποδεικτικών στοιχείων. Δεν υπήρχε όπλο που να συνδέει τον Ντέιβις με το έγκλημα, ούτε το αυτοκίνητο, ούτε φωτογραφίες που να τον τοποθετούν στο Λας Βέγκας εκείνη τη νύχτα.
Οι εισαγγελείς, από την άλλη, επέμεναν ότι η απάντηση βρισκόταν στα λόγια του κατηγορουμένου.
Ο δικηγόρος του, Μάικλ Σανφτ, υποστήριξε ότι ο πελάτης του έλεγε ψέματα για να αποκτήσει δημοσιότητα και να κερδίσει χρήματα, αποκαλώντας τον άνθρωπο που ήταν γνωστός για τις «ανοησίες» του.
Επίσης, έθεσε το ερώτημα κατά πόσον ο Ντέιβις είχε πράγματι συμμετάσχει στη συγγραφή του βιβλίου.
Αυτός δεν ανέβηκε στο εδώλιο, επομένως οι ένορκοι δεν άκουσαν από το στόμα του τη σημερινή του εκδοχή για όσα αναφέρονται στις σελίδες του Compton Street Legend. Όμως, είδαν αποσπάσματα από παλαιότερες εμφανίσεις του, όπου παρουσίαζε το βιβλίο ως «την πραγματική αλήθεια».
Το δικαστήριο άκουσε ότι υπήρχαν ορισμένες αντιφάσεις στις διαφορετικές εκδοχές που είχε δώσει όλα αυτά τα χρόνια. Κάποια βασικά στοιχεία, όμως, παρέμεναν σταθερά.
Τελικά, οι ένορκοι τον πίστεψαν.
Η νύχτα που άλλαξε τα πάντα
Το βράδυ της 7ης Σεπτεμβρίου 1996, ο Tupac επέβαινε σε μία μαύρη BMW, την οποία οδηγούσε ο Μάριον “Suge” Νάιτ, ιδρυτής της Death Row Records.
Οι δύο άνδρες κατευθύνονταν προς το νυχτερινό κέντρο «662», μαζί με αυτοκινητοπομπή, έχοντας προηγουμένως παρακολουθήσει τον αγώνα για τον παγκόσμιο τίτλο βαρέων βαρών μεταξύ του Μάικ Τάισον και του Μπρους Σέλντον στο MGM Grand του Λας Βέγκας.
Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Tupac και ο Νάιτ, ο οποίος συνδεόταν με την αντίπαλη συμμορία Mob Piru Bloods, είχαν εμπλακεί σε συμπλοκή στο ξενοδοχείο. Στο επεισόδιο είχε ξυλοκοπηθεί ο ανιψιός του Ντέιβις και μέλος των Crips, Ορλάντο “Baby Lane” Άντερσον.
Ο Ντέιβις υποστήριξε αργότερα ότι το περιστατικό αυτό έδωσε «το απόλυτο πράσινο φως» για να στραφούν εναντίον τους.
Η BMW σταμάτησε σε κόκκινο φανάρι, κοντά στη διάσημη Strip του Λας Βέγκας. Τότε, μία ανοιχτόχρωμη Cadillac πλησίασε και σταμάτησε δίπλα της. Από το πίσω κάθισμα άρχισαν οι πυροβολισμοί.
Ο Tupac δέχτηκε πολλαπλές σφαίρες. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, εξακολουθούσε να μιλά μέσα στο ασθενοφόρο, αλλά δεν κατονόμασε τον δράστη.
Τη 13η Σεπτεμβρίου 1996, έξι μέρες αργότερα, υπέκυψε στα σοβαρά του τραύματα. Ήταν μόλις 25 ετών.
Την εποχή του θανάτου του, αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες μορφές της hip–hop σκηνής της Δυτικής Ακτής, ενώ, είχε σημειώσει τεράστιες επιτυχίες με τραγούδια όπως τα California Love, Dear Mama και Hit ’Em Up.
Με το καλλιτεχνικό όνομα 2Pac, είχε γίνει γνωστός μέσα από το ντεμπούτο άλμπουμ του 2Pacalypse Now, ενώ, κατά τη διάρκεια της καριέρας του είχε προταθεί για έξι βραβεία Grammy.
Ο «κώδικας του δρόμου»
Παρά τον μεγάλο αριθμό αυτοπτών μαρτύρων, η έρευνα σύντομα «βάλτωσε», καθώς οι περισσότεροι αρνήθηκαν να συνεργαστούν. Μέχρι την υπόθεση του Ντέιβις, κανείς δεν είχε κατηγορηθεί για τη δολοφονία.
Σε μία από τις συνεντεύξεις του με τις Αρχές, ο Ντέιβις παραδέχθηκε ότι είχε προμηθευτεί το όπλο και είπε ότι θα είχε πυροβολήσει εκείνος, αν βρισκόταν σε καλύτερη θέση.
Οι εκδοχές του, ωστόσο, παρουσίαζαν μικρές αντιφάσεις.
Στο βιβλίο αναφέρει ότι ήταν «ένας από τους δικούς μου» που πυροβόλησε. Σε συνέντευξη το 2017, είχε υποστηρίξει ότι θα κρατούσε μυστική την ταυτότητα του δράστη «για τον κώδικα των δρόμων».
Σε κρυφή συνέντευξη με τους ερευνητές το 2008, στο πλαίσιο συμφωνίας ώστε οι πληροφορίες που θα έδινε να μην χρησιμοποιηθούν εναντίον του σε υπόθεση σοβαρών κατηγοριών για ναρκωτικά, είχε υποστηρίξει ότι τη σκανδάλη πάτησε ο ανιψιός του.
Ο Άντερσον σκοτώθηκε σε ξεχωριστό περιστατικό με πυροβολισμούς στο Compton, λιγότερο από δύο χρόνια μετά τον Tupac, τον Μάιο του 1998.
Κατά την αγόρευση, ο εισαγγελέας Μπίνου Πάλαλ είπε στους ενόρκους ότι ο Ντέιβις είχε βάλει στο «στόχαστρο» τους Tupac και Νάιτ. Αναγνώρισε ότι οι περιγραφές του για το έγκλημα είχαν εξελιχθεί με τα χρόνια, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι διαφορές αντανακλούσαν τα μεταβαλλόμενα κίνητρά του και την προσπάθεια να προστατεύσει τον εαυτό του.
Μία κρίσιμη λεπτομέρεια παρέμενε σταθερή, όπως τόνισε: Ο Ντέιβις τοποθετούσε επανειλημμένα τον εαυτό του μέσα στη λευκή Cadillac από την οποία έπεσαν οι πυροβολισμοί.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νεβάδα, δεν έχει σημασία ποιος πάτησε τη σκανδάλη. Ως ο άνθρωπος που έδωσε την εντολή και εξασφάλισε το όπλο, ο Ντέιβις μπορούσε να καταδικαστεί για φόνο.
Ποιος είναι ο Ντουέιν “Keffe D” Ντέιβις
Στο Compton Street Legend, ο Ντέιβις περιγράφει τον εαυτό του: «Στη γειτονιά μου, στους South Side Crips, με γνώριζαν με διάφορα ονόματα: Big Dawg, Big Homey, κάποιοι με αποκαλούσαν Gotti, αλλά οι περισσότεροι με ήξεραν ως Keffe D. Από πλευράς βαθμού, αν ήμασταν στρατός, θα ήμουν στρατηγός 5 αστέρων. Αν ήμασταν πόλη, θα ήμουν ο Δήμαρχος. Αν ήμασταν χώρα, θα ήμουν ο πρόεδρος Ομπάμα».
Μεγάλωσε αρχικά στο Watts και στη συνέχεια στο Compton, στην κομητεία του Λος Άντζελες. Ήταν ένα από τα 12 παιδιά της οικογένειας, έξι αγόρια και έξι κορίτσια.
Ο ένας από τους αδελφούς του, ο Μάικ, δύο χρόνια μεγαλύτερος, σκοτώθηκε από πυροβολισμούς το 1990.
Σύμφωνα με το βιβλίο, εντάχθηκε στους Crips σε ηλικία μόλις 9 ετών. Παρ’ ότι ως έφηβος ήταν άριστος μαθητής, τον προσέλκυσε η προοπτική να κερδίζει χρήματα από τη διακίνηση ναρκωτικών. Πέρασε χρόνο στη φυλακή και στη συνέχεια, ανέβηκε στην ιεραρχία της συμμορίας.
Στα απομνημονεύματά του αναφέρεται και στη σχέση της hip–hop με τη ζωή των συμμοριών, υποστηρίζοντας ότι οι gangster rappers έχουν «γοητεύσει και εξιδανικεύσει αυτήν τη ζωή, σαν να είναι κάτι ωραίο και κάτι που πρέπει να επιδιώκει κανείς».
«Αλλά έχουν μπερδέψει το μυαλό πολλών ανθρώπων. Η αλήθεια είναι ότι το γεγονός να συμμετέχεις σε συμμορίες και να παριστάνεις τον κακοποιό, δεν είναι αστείο», γράφει.
Ο Ντέιβις αναφέρει, επίσης, ότι αισθάνεται «βαθιά μεταμέλεια» για τη δολοφονία του Tupac και πως γνωρίζει πολύ καλά τον πόνο της απώλειας αγαπημένων ανθρώπων.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι ο ράπερ και ο Νάιτ «δεν είχαν καμία δουλειά να βάλουν τα χέρια τους πάνω στον αγαπημένο μου ανιψιό».
Το 2014, διαγνώστηκε με καρκίνο του παχέος εντέρου, την ίδια ασθένεια από την οποία είχε πεθάνει η μητέρα του όταν εκείνος ήταν έφηβος.
Μετά τη δική του διάγνωση άρχισε να μιλά δημόσια για το παρελθόν του, λέγοντας σε μία συνέντευξη ότι «δεν είχε τίποτα να χάσει».
Κατά την επανεξέταση της υπόθεσης το 2023, οι ντετέκτιβ του Λας Βέγκας βρήκαν στο σπίτι του αποκόμματα εφημερίδων με δημοσιεύματα για τον Tupac, τον Νάιτ και την επίθεση του 1996, καθώς και ένα περιοδικό του Νοεμβρίου του 1996 με τον ράπερ στο εξώφυλλο, μετά το έγκλημα.
Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι ο Ντέιβις μπορεί να είχε κάνει στο παρελθόν συμφωνίες με τις Αρχές, όμως, οι δημόσιες συνεντεύξεις του και το βιβλίο τις κατέστησαν άκυρες.
Ο ισχυρισμός για το 1 εκατ. δολάρια του Diddy
Κατά τη διάρκεια της δίκης, το δικαστήριο άκουσε έναν ακόμη ισχυρισμό του Ντέιβις: Ότι ο Σον “Diddy” Κομπς, ιδρυτής της Bad Boy Records, ανταγωνιστικής εταιρείας της Death Row, ήθελε να «τακτοποιηθεί» η υπόθεση με τον Tupac και τον Νάιτ και είχε προσφέρει 1 εκατ. δολάρια.
Πέρα από την εκδίκηση για τον ξυλοδαρμό του Άντερσον, σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, η φερόμενη προσφορά βρισκόταν επίσης στο μυαλό του Ντέιβις.
Οι ένορκοι άκουσαν ηχητικό απόσπασμα στο οποίο ο Ντέιβις έλεγε στους ερευνητές ότι ο Κομπς, γνωστός σήμερα ως Diddy αλλά τότε ως Puffy, «φοβόταν» τον Νάιτ και γι’ αυτό είχε ζητήσει από τους Crips να τον προστατεύουν όταν βρισκόταν στην Καλιφόρνια.
Το βράδυ της επίθεσης, ο Ντέιβις είπε ότι πήρε το όπλο, ένα Glock .40, από τον Έρικ “Zip” Μάρτιν, συνεργάτη του Κομπς, ο οποίος έχει έκτοτε πεθάνει.
Ο Κομπς εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών στο Νιού Τζέρσεϊ, μετά την καταδίκη του πέρυσι για αδικήματα που σχετίζονται με πορνεία, σε υπόθεση εντελώς άσχετη με τη δολοφονία του Tupac.
Ο άνδρας έχει επί χρόνια αρνηθεί οιαδήποτε εμπλοκή στη δολοφονία του ράπερ. Κατά τη διάρκεια της δίκης, πρώην ερευνητές κατέθεσαν ότι δεν κατάφεραν ποτέ να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του Ντέιβις σχετικά με τον Κομπς.
Τι ακολουθεί
Ο Σανφτ υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία, ότι η εισαγγελία είχε «εξάγει βιαστικά συμπεράσματα» και πως υπήρχαν άλλες θεωρίες για την υπόθεση που δεν είχαν ερευνηθεί. Η εισαγγελία, ωστόσο, επέμεινε ότι ο Ντέιβις είχε δώσει επί χρόνια τα στοιχεία που τον συνέδεαν με την υπόθεση.
«Για σχεδόν 18 χρόνια, ο Ντουέιν Ντέιβις έχει πει στην Αστυνομία, την τηλεόραση, σε βιβλία, σε συνεντεύξεις στο YouTube, σε όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει, ότι είναι υπεύθυνος για τη δολοφονία του Tupac Shakur», είπε ο Πάλαλ στους ενόρκους πριν πριν ξεκινήσουν τη διάσκεψη για την ετυμηγορία.
Ο συνεισαγγελέας, Μαρκ ΝτιΤζιακόμο, επικαλέστηκε επίσης μία παλαιότερη δήλωση του Ντέιβις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Νίκησα τους δρόμους, νίκησα τους ομοσπονδιακούς, νίκησα και τον καρκίνο», είχε γράψει.
«Τώρα προσπαθεί να νικήσει και εσάς τους 12», είπε ο εισαγγελέας απευθυνόμενος στους ενόρκους.
Ο Ντέιβις «προσπαθεί να ξεφύγει από την ευθύνη για ένα έγκλημα που όλοι γνωρίζουν ότι διέπραξε», προσέθεσε, ολοκληρώνοντας την αγόρευση της πολιτείας.
Για δεκαετίες, ο πρώην αρχηγός των Crips κατάφερε να αποφύγει τις συνέπειες. Τώρα, καθώς πλησιάζει η 30ή επέτειος της δολοφονίας, κρίθηκε ένοχος για την ενορχήστρωση του θανάτου ενός από τους πλέον επιδραστικούς καλλιτέχνες στην ιστορία της hip–hop.