Axios: Γιατί ο Τραμπ έκλεισε τη συμφωνία με τον Πούτιν για το ντίζελ
Σε συνέντευξη του στο Axios, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από τη συμφωνία, την οποία χαρακτήρισε «άδικη και ανέντιμη» θεωρώντας ότι είναι ένα αδικαιολόγητο δώρο προς τον Πούτιν
Ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να προχωρήσει σε συμφωνία για το ντίζελ με τη Ρωσία, αφού ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι αγνόησε έξι αιτήματα των ΗΠΑ να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, όπως δήλωσε στο Axios ένας Αμερικανός αξιωματούχος που έχει άμεση γνώση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συμφωνία του Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν πυροδότησε μια νέα κρίση στις σχέσεις με την Ουκρανία και απειλεί να υπονομεύσει μια νέα προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ για την επίτευξη συμφωνίας που θα τερματίσει τον πόλεμο.
«Ο Ζελένσκι παρερμηνεύει την κατάσταση. Συνεχίζοντας να πλήττει διυλιστήρια, υπονομεύει την καλή θέληση που έχει καλλιεργήσει με τον Τραμπ τους τελευταίους έξι μήνες», δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Σε συνέντευξη του στον αμερικανικό ειδησεογραφικό ιστότοπο, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από τη συμφωνία, την οποία χαρακτήρισε «άδικη και ανέντιμη» θεωρώντας ότι είναι ένα αδικαιολόγητο δώρο προς τον Πούτιν.
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας
Οι επιθέσεις της Ουκρανίας εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου τους τελευταίους μήνες ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές και προκάλεσαν ενεργειακή κρίση στη Ρωσία.
Σε απάντηση, η Ρωσία επέβαλε απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ, γεγονός που άσκησε ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις στις παγκόσμιες αγορές του καυσίμου, οι οποίες ήδη δοκιμάζονται λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Ο Ζελένσκι είχε δηλώσει στον Τραμπ και στους απεσταλμένους του, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ότι ήταν διατεθειμένος να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, εφόσον οι Ρώσοι σταματούσαν τα πλήγματα εναντίον ουκρανικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι ο Τραμπ ήθελε η Ουκρανία να σταματήσει μονομερώς τις επιθέσεις εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων, καθώς τα πλήγματα αυτά συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών της βενζίνης στην Αμερική.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Τραμπ δεν θεωρούσε τις επιθέσεις εναντίον των διυλιστηρίων ισοδύναμες με τα ρωσικά πλήγματα στο δίκτυο ηλεκτροδότησης της Ουκρανίας.
«Οι επιθέσεις στα διυλιστήρια προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά και στις ΗΠΑ»
Κατά τη διάρκεια οκτάωρων συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική διαπραγματευτική ομάδα ότι ο Τραμπ θα συνομιλούσε με τον Πούτιν για να άρει τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ.
Οι ίδιοι είπαν στους Ουκρανούς ότι ο Τραμπ αποφάσισε να προχωρήσει σε αυτή την ενέργεια, αφού η Ουκρανία αγνόησε επανειλημμένα αιτήματα να σταματήσει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, οι οποίες επηρέαζαν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Ένας Ουκρανός αξιωματούχος ισχυρίστηκε ότι, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ απείλησαν πώς ο Τραμπ θα μπορούσε να διακόψει την παροχή πληροφοριών από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες προς την Ουκρανία, εάν το Κίεβο συνέχιζε να αγνοεί τα αιτήματά του.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος διέψευσε ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή και ανέφερε ότι ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ δήλωσαν στους Ουκρανούς ότι οι ΗΠΑ είναι ισχυρός εταίρος, παρέχοντας πυρομαχικά και πληροφορίες. Ως εκ τούτου, η Ουκρανία δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργειες που βλάπτουν τους Αμερικανούς καταναλωτές.
«Οι επιθέσεις στα διυλιστήρια προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά και στις ΗΠΑ», δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Εποικοδομητικές συνομιλίες
Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, η νέα κρίση γύρω από τη συμφωνία για το ντίζελ ξέσπασε μετά τις εποικοδομητικές συνομιλίες που είχαν οι Αμερικανοί μεσολαβητές με Ουκρανούς και Ευρωπαίους διπλωμάτες στο Μαϊάμι την Παρασκευή.
Το κύριο ζήτημα που συζητήθηκε ήταν η οριστικοποίηση των εγγυήσεων ασφάλειας που θα παρείχαν οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία ως μέρος μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου. Συζητήθηκαν, επίσης, νέες προτάσεις για την επίλυση των εδαφικών διαφορών.
Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ παρουσίασαν ένα πακέτο μέτρων για την μεταπολεμική Ουκρανία, το οποίο περιελάμβανε τρόπους χρηματοδότησης της ανασυγκρότησης και της ανοικοδόμησης του ουκρανικού στρατού, καθώς και ιδέες για τον τρόπο αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που προέκυψαν από τον πόλεμο.
Οι συμμετέχοντες συζήτησαν επίσης έναν οδικό χάρτη για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και τις σχέσεις που θα έχει η Ουκρανία με το ΝΑΤΟ μετά το τέλος του πολέμου.
Επιπλέον, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ έθεσαν το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός μεταπολεμικού πλαισίου ασφάλειας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές.
Τι θα ακολουθήσει
Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν τους Ουκρανούς και τους Ευρωπαίους σχετικά με πιθανές ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία, οι οποίες, όπως ελπίζουν οι ΗΠΑ, θα οδηγήσουν σε μείωση των τιμών της ενέργειας και θα ωθήσουν τη Μόσχα να προβεί παραχωρήσεις στις ειρηνευτικές συνομιλίες, ανέφερε ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ εξετάζουν το ενδεχόμενο να επισκεφθούν τη Μόσχα και το Κίεβο την επόμενη εβδομάδα, για να συζητήσουν ειρηνευτικές προτάσεις. Ωστόσο, δεν είναι σαφές πώς η έντονη αντιπαράθεση της Παρασκευής θα επηρεάσει τα σχέδιά τους.
«Ο Πούτιν χτυπά σκληρά [την Ουκρανία], αλλά πιστεύουμε ότι είναι ανοιχτός σε μια συζήτηση για τον τερματισμό του πολέμου. Θέλουμε να επεξεργαστούμε μια νέα πρόταση που θα είναι αρκετά ικανοποιητική για αυτόν, ώστε να τον πείσουμε να σταματήσει», δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της 90λεπτης τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον Τραμπ, ο Πούτιν αρνήθηκε να δεσμευτεί για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με την Ουκρανία, όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους ο σύμβουλός του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσάκοφ.
Ο ίδιος ανέφερε, ότι οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον της Μόσχας και άλλων πόλεων κατά τη διάρκεια των ρωσικών κοινοβουλευτικών εκλογών «αναίρεσαν την πιθανότητα άμεσης επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας».
«Ο πρόεδρος είπε ότι θα εξετάσουμε πότε μπορούν να επαναληφθούν αυτές οι διαπραγματεύσεις”», πρόσθεσε ο Ουσάκοφ.