ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τράπεζα Πειραιώς: Βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου κύκλου στα ακίνητα

Τράπεζα Πειραιώς: Βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου κύκλου στα ακίνητα
INTIME

Μετά από σχεδόν μια δεκαετία «στον πάγο» η αγορά των ακινήτων βρίσκεται πλέον στην αρχή ενός νέου, ανοδικού κύκλου, τονίζει ο Επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής του Ομίλου Τράπεζας Πειραιώς Ηλίας Λεκκός.

Μάλιστα προέβλεψε ότι η ετήσια αύξηση στις τιμές των ακινήτων μπορεί να είναι σταθερά στα επίπεδα του 4-5% χωρίς να δημιουργήσει στοιχεία φούσκας, καθώς παράλληλα θα αναπτύσσεται και η εγχώρια οικονομία.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Λεκκός προέβλεψε ότι το ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο του 2021 θα καταγράψει διψήφια αύξηση σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020 ενώ σε ετήσια βάση η ανάπτυξη θα είναι της τάξης του 8,2%. Αυτό σημαίνει ότι πολύ γρήγορα θα φτάσουμε στα επίπεδα προ πανδημίας.

Μεσοσταθμικά από το 2022 μέχρι και το 2027 η ανάπτυξη θα είναι της τάξης του 3,5% υποβοηθούμενη από το Ταμείο Ανάκαμψης, το χαλαρό κόστος χρήματος αλλά και τη χαλαρή δημοσιονομική πολιτική.

Η εικόνα της αγοράς ακινήτων

Αναφερόμενοι στην εικόνα της αγοράς ακινήτων, τα στελέχη της Τράπεζας Πειραιώς ανέφεραν πως το 2021, με την προϋπόθεση του οριστικού πλέον ελέγχου της πανδημίας και την πλήρη απελευθέρωση των δραστηριοτήτων και της κινητικότητας των πολιτών, αναμένεται να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της αγοράς.

Ενδεικτικό της παραπάνω τάσης είναι το γεγονός ότι βάσει των στοιχείων-εκτιμήσεων που συλλέγονται από τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ονομαστικές τιμές των διαμερισμάτων το β΄ τρίμηνο του 2021 ήταν αυξημένες κατά 4,6% (προσωρινά στοιχεία ΤτΕ) σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020. Μάλιστα, η αύξηση της ζήτησης και κατ’ επέκτασιν η αύξηση των τιμών καταγράφεται σε όλη την επικράτεια.

Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, ο μέσος όρος του εμβαδού κατοικίας που αναζητείται για αγορά είναι τα 95 τ.μ. και ο μέσος όρος της ανώτατης τιμής που θέτουν οι υποψήφιοι αγοραστές χρήστες στην αναζήτησή τους για αγορά ακινήτου παρουσιάζει αύξηση για το 2021 και κυμαίνεται στα 160.000 ευρώ έναντι του αντίστοιχου μέσου όρου για το 2020 που κυμάνθηκε στα 147.000 ευρώ.
Σημαντικό ρόλο στα παραπάνω παίζει και η εικόνα της στεγαστικής πίστης, καθώς η συντήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα από την ΕΚΤ, η μεγάλη ρευστότητα που διαθέτουν οι Ελληνικές Τράπεζες και η πρόθεση τους για ισχυρή πιστωτική επέκταση, ευνοούν το δανεισμό.
Αντίστοιχα, οι πολύ χαμηλές έως μηδενικές αποδόσεις στις καταθέσεις συμβάλλουν με τη σειρά τους στη ζήτηση εναλλακτικών τοποθετήσεων, με κυρίαρχη, παραδοσιακά την αγορά ακινήτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, και με τη σημερινή εικόνα των τιμών αγοράς και ενοικίασης, ένα επενδυτικό ακίνητο προσφέρει καθαρές αποδόσεις μέσω των ενοικίων της τάξης του 3% με 4% σε μ.ο. χωρίς να συνυπολογίζεται η αναμενόμενη άνοδος της αξίας του.

Παράλληλα, σημαντικό είναι το ενδιαφέρον κατοίκων εξωτερικού για την αγορά κατοικίας στην Ελλάδα και, όπως αναφέρει η Τράπεζα Πειραιώς, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, θα μπορούσαν να πωληθούν στη χώρα περί τις 200.000 κατοικίες σε ξένους αγοραστές, είτε ως μεμονωμένα ακίνητα, είτε ως ιδιοκτησίες ενταγμένες σε συγκροτήματα κατοικιών, προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του κοινού της τρίτης ηλικίας.
Τέλος, σημαντική ώθηση στις μεταβιβάσεις ακινήτων δίνουν οι πρόσφατες αναπροσαρμογές των αντικειμενικών αξιών, κυρίως στις περιοχές όπου καταγράφονται μεγάλες αυξήσεις.

Στεγαστικό δάνειο ή ενοίκιο

Τα παραπάνω δεδομένα φέρνουν αλλαγές και στο παραδοσιακό ερώτημα του αν συμφέρει η λήψη ενός στεγαστικού δανείου ή αν αντίθετα είναι προτιμότερο να μένει κανείς στο ενοίκιο. Όπως αναφέρουν στελέχη της Τράπεζας Πειραιώς, η πληρωμή ενοικίου κάθε μήνα αν και προσφέρει στέγαση, δεν επιστρέφει τίποτα από πλευράς επένδυσης. Στην περίπτωση της αγοράς κατοικίας, είτε με ίδιους πόρους, είτε με λήψη στεγαστικού δανείου, το ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία που παρέχει τεκμαρτό εισόδημα αν ιδιοκατοικείται.

Αντίστοιχα, υπάρχει η πιθανότητα κέρδους σε περίπτωση μελλοντικής μεταπώλησης καθώς παρόλο που οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, προέρχονται από μεγάλη πτώση στα πρώτα χρόνια της κρίσης.
Έτσι, σε συνδυασμό με τα χαμηλότερα επιτόκια για στεγαστικά και τα ακριβότερα ενοίκια (εξαιτίας για παράδειγμα των βραχυχρόνιων μισθώσεων), η αγορά σπιτιού μπορεί να συμφέρει σημαντικά έναντι του ενοικίου.

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η αγορά ακινήτου με τραπεζικό δανεισμό προϋποθέτει ίδια συμμετοχή σε ποσοστό τουλάχιστον 20% επί της αγοραίας αξίας. Στην περίπτωση αύξησης της ιδίας συμμετοχής, το επιτόκιο εκτοκισμού διαμορφώνεται χαμηλότερα.

Από την πλευρά της η Τράπεζα Πειραιώς προσφέρει ευρεία γκάμα προϊόντων στεγαστικών δανείων και προσφέρει ειδικά προνόμια στους δανειολήπτες που επιλέγουν ακίνητα χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης (έκπτωση 0,15%, χωρίς έξοδα).
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των στεγαστικών δανείων της Τράπεζας Πειραιώς είναι η προνομιακή και απόλυτα προσωποποιημένη τιμολόγηση των προϊόντων της. Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Πειραιώς είναι η μόνη τράπεζα που προσφέρει στον πελάτη το «δικό του» επιτόκιο σύμφωνα με το συναλλακτικό του προφίλ, ενώ παράλληλα ο δανειολήπτης μπορεί να επηρεάσει περαιτέρω την τιμολόγηση τροποποιώντας τη διάρκεια ή και το ποσό του δανείου του.

Ρoή Ειδήσεων