Μαξίμου για ασυλίες: Η κάλυψη σε Γεωργιάδη, ο «χαριτωμένος» Ανδρουλάκης και ο «αμετανόητος» Τσίπρας
Από το Μέγαρο Μαξίμου διαμηνύουν σε όλους τους τόνους ότι από τη στιγμή που δεν ετέθη ζήτημα κομματικής πειθαρχίας, δεν θα υπάρξει κάποια συνέπεια: «Δεν είναι θέμα γραμμής, αλλά σεβασμού σε αυτό το οποίο οι ίδιοι οι βουλευτές έχουν ζητήσει για τον εαυτό τους»
Σε τριπλό πολιτικό μήνυμα προχώρησε το Μέγαρο Μαξίμου, τοποθετούμενο τόσο για τη διαδικασία άρσης ασυλίας βουλευτών όσο και για τις τελευταίες κινήσεις των πολιτικών αρχηγών της αντιπολίτευσης, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης.
Στο σκέλος της Βουλής, η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι η απουσία κομματικής πειθαρχίας στην ψηφοφορία για τις άρσεις ασυλίας σημαίνει και απουσία συνεπειών για τους βουλευτές. Όπως τονίζεται, πρόκειται για μια διαδικασία που δεν εντάσσεται σε κομματική γραμμή, αλλά εδράζεται στον σεβασμό προς τους ίδιους τους βουλευτές, οι οποίοι –σε αρκετές περιπτώσεις– ζητούν οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους προκειμένου να αποδείξουν την αθωότητά τους ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Η στρατηγική αυτή είναι μια ύστατη προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να περιοριστούν ενδεχόμενες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της γαλάζιας ΚΟ γεγονός που όπως έχει επισημάνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης μπορεί να στείλει λάθος μήνυμα.
Σε κάθε περίπτωση παρά τα όσα λέγονται και γράφονται έμπειρα κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι κατά τη διάρκεια της σημερινής ψηφοφορίας δεν θα υπάρξει κάποια μετωπική ανταρσία, αλλά μια σιωπηρή διαφοροποίηση. Υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις από βουλευτές της ΝΔ για τις άρσεις ασυλίας. Στο δημόσιο διάλογο μέχρι τώρα εχουν εκφράσει τους προβληματισμούς τους ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Στέλιος Πέτσας, ο Μάκης Βορίδης, ο Γιάννης Οικονόμου, ο Γιώργος Βλάχος και ο Μπάμπης Αθανασίου.
Οι ενστάσεις εστιάζουν στο ότι δεν πρέπει να υπάρξει «οριζόντια» ή μαζική απόφαση. Κάθε υπόθεση πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά.
Υπάρχει φόβος για μεμονωμένες καταψηφίσεις αλλά κυρίως για αποχές, που θεωρούνται πιο πιθανές.
Παράλληλα, κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν τη «μεγάλη απόσταση» μεταξύ των αρχικών διαρροών και της πραγματικής εικόνας των δικογραφιών που φτάνουν στη Βουλή, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η άρση ασυλίας αποτελεί θεσμική υποχρέωση, όπως προβλέπεται από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, εκτός εάν τα αδικήματα σχετίζονται άμεσα με την άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων.
Όχι στο τσουβάλιασμα
Στο ίδιο πλαίσιο απορρίπτεται το «τσουβάλιασμα» των υποθέσεων, με το Μαξίμου να σημειώνει ότι έχουν ήδη αρθεί δεκάδες ασυλίες βουλευτών από όλα τα κόμματα, χωρίς να τίθεται ζήτημα «Βουλής υποδίκων». Αντιθέτως, γίνεται λόγος για μια οριζόντια εφαρμογή του Συντάγματος, που δεν επιδέχεται πολιτικές ερμηνείες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη δημόσια συζήτηση γύρω από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με την κυβέρνηση να επιμένει στη γραμμή της απόλυτης θεσμικής ουδετερότητας. «Καμία επίθεση, καμία αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης», τονίζεται χαρακτηριστικά, ενώ αφήνονται αιχμές για το φαινόμενο της «σαλαμοποίησης» δικογραφιών, που –κατά την κυβερνητική ανάγνωση– δηλητηριάζει την πολιτική ζωή και συντηρεί ένα κλίμα διαρκούς έντασης.
Κάλυψη σε Άδωνι
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η έμμεση κάλυψη προς τον Άδωνι Γεωργιάδη, με το Μαξίμου να αναγνωρίζει ότι πρόκειται για πολιτικό πρόσωπο που έχει στοχοποιηθεί στο παρελθόν και τελικά δικαιώθηκε, εξηγώντας έτσι –χωρίς να υιοθετεί πλήρως τις θέσεις του– την «ευαισθησία» που επιδεικνύει στη συγκεκριμένη συγκυρία.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση στρέφει τα πυρά της προς την αντιπολίτευση. Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, σχολιάζει με ειρωνικό τόνο την παρουσία του στην Ισπανία, κάνοντας λόγο για «χαριτωμένο βιντεάκι» και περιορισμό σε επικοινωνιακές κινήσεις. Κατά το Μαξίμου, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν αξιοποίησε τη συμμετοχή του σε ένα σημαντικό διεθνές φόρουμ για να προωθήσει τις ελληνικές θέσεις, ούτε είχε ουσιαστική παρέμβαση ή επίσημες επαφές υψηλού επιπέδου.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η τοποθέτηση για τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «αμετανόητο», υποστηρίζοντας ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιάσει ούτε αυτοκριτική ούτε ένα νέο, πειστικό πολιτικό σχέδιο. «Αν υπάρξει κάτι καινούριο, θα αξιολογηθεί», σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, αφήνοντας ωστόσο σαφές το στίγμα της τρέχουσας κριτικής.
Με αυτά τα δεδομένα, το Μαξίμου επιχειρεί να διαχωρίσει τη θεσμική διαχείριση των υποθέσεων ασυλίας από την πολιτική αντιπαράθεση, ενώ ταυτόχρονα ανεβάζει την πίεση προς την αντιπολίτευση, επενδύοντας σε μια στρατηγική που συνδυάζει άμυνα στο θεσμικό πεδίο και επίθεση στο πολιτικό.
Διαβάστε επίσης