Σαμαράς και Τσίπρας στο μικροσκόπιο του Μαξίμου

Πώς διαβάζει η κυβέρνηση τις δύο «επιστροφές» – Η στρατηγική Μαρινάκη απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό της ΝΔ και τον πρώην πρωθυπουργό του ΣΥΡΙΖΑ

Σαμαράς και Τσίπρας στο μικροσκόπιο του Μαξίμου

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο και η διαρκώς πιο αιχμηρή δημόσια παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά αποτελούν δύο διαφορετικές, αλλά εξίσου σημαντικές παραμέτρους στον πολιτικό σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου.

Και αν κάτι κατέστη σαφές από τη σημερινή τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, είναι ότι στο κυβερνητικό επιτελείο δεν αντιμετωπίζουν ούτε τον έναν ούτε τον άλλον ως «αμελητέα ποσότητα».

Αντιθέτως, το Μαξίμου επιχειρεί να τους διαβάσει πολιτικά, να αποδομήσει τα επιχειρήματά τους και κυρίως να προλάβει τη δημιουργία δύο διαφορετικών αντιπολιτευτικών ρευμάτων που θα μπορούσαν να πιέσουν τη Νέα Δημοκρατία από διαφορετικές πλευρές.

Ο Σαμαράς από τα δεξιά και ο Τσίπρας από την κεντροαριστερά.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της κυβερνητικής στρατηγικής.

Ο Σαμαράς δεν είναι «αμελητέα ποσότητα»

Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένας απλός πρώην πρωθυπουργός που κάνει κατά διαστήματα παρεμβάσεις.

Έχει ειδικό βάρος στο εσωτερικό της ΝΔ, διατηρεί πολιτικές αναφορές σε ένα τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς και, κυρίως, έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη δυσαρέσκεια ενός κομματιού του γαλάζιου ακροατηρίου για την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις με την Τουρκία.

Γι’ αυτό και η απάντηση του Μαξίμου δεν ήταν να σηκώσει τους τόνους εναντίον του.

Ήταν πιο σύνθετη.

Ο Παύλος Μαρινάκης μιλώντας στο news24/7 επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον ίδιο τον πρωθυπουργικό παρελθόν του Αντώνη Σαμαρά ως επιχείρημα απέναντί του.

Το μήνυμα είναι σαφές:

άλλο ο διάλογος όταν κυβερνάς και άλλο η σκληρή ρητορική όταν βρίσκεσαι εκτός εξουσίας.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθύμισε ότι ο Σαμαράς είχε συναντήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ακόμη και σε περιόδους έντονης τουρκικής προκλητικότητας, με ενεργό το casus belli και μετά από τουρκικές παραβιάσεις.

Και μάλιστα το έκανε τρεις φορές στην ίδια τοποθέτηση.

Δεν είναι τυχαίο.

Το Μαξίμου επιχειρεί να κόψει τη βασική πολιτική σύνδεση που επιχειρεί να οικοδομήσει ο πρώην πρωθυπουργός: ότι δηλαδή η σημερινή κυβέρνηση εμφανίζεται υπερβολικά διαλλακτική απέναντι στην Τουρκία.

Η απάντηση είναι ότι η Ελλάδα συνομιλεί με την Τουρκία επειδή αυτό αποτελεί διαχρονική εθνική γραμμή και όχι επειδή υποχωρεί.

«Άλλο διάλογος κι άλλο υποχωρήσεις»

Αυτή η φράση του Μαρινάκη είναι ουσιαστικά ο πυρήνας της κυβερνητικής απάντησης στον Σαμαρά.

Το Μαξίμου θέλει να κρατήσει δύο πράγματα ταυτόχρονα.

Από τη μία, να υπερασπιστεί τον διάλογο με την Άγκυρα.

Από την άλλη, να μην αφήσει χώρο στην κριτική ότι ο διάλογος σημαίνει υποχωρητικότητα.

Γι’ αυτό και η κυβέρνηση αντιπαραθέτει στη ρητορική των «μεγάλων λόγων» μια σειρά από συγκεκριμένες κινήσεις: συμφωνίες για ΑΟΖ, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, θαλάσσια πάρκα και εξοπλιστικά προγράμματα.

Το κυβερνητικό αφήγημα είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδεικνύει τον πατριωτισμό της με υψηλούς τόνους.

Τον αποδεικνύει – σύμφωνα με το Μαξίμου – με πράξεις.

Και εδώ βρίσκεται η δεύτερη αιχμή προς τον Σαμαρά.

«Μεγάλα λόγια χορτάσαμε».

Η φράση δεν αφορά μόνο την αντιπολίτευση. Στο πολιτικό περιβάλλον της ΝΔ διαβάζεται και ως απάντηση στους εσωκομματικούς επικριτές της κυβέρνησης.

Γιατί το Μέγαρο Μαξίμου δεν θέλει ρήξη με τον Σαμαρά;

Παράλληλα, όμως, υπάρχει και κάτι άλλο.

Ο Μαρινάκης απέφυγε συστηματικά να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό του Αντώνη Σαμαρά.

Αντιθέτως, τον υπερασπίστηκε.

«Έχει δώσει δείγματα γραφής και ο κ. Σαμαράς για τον πατριωτισμό του», είπε χαρακτηριστικά.

Και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Το Μαξίμου δεν θέλει να μετατρέψει τον Σαμαρά σε «μάρτυρα» της δεξιάς παράταξης.

Δεν θέλει να του δώσει το προνόμιο να εμφανιστεί ως ο άνθρωπος που συγκρούεται με μια «ενδοτική» κυβέρνηση.

Γι’ αυτό η κυβερνητική γραμμή είναι περισσότερο πολιτική αποδόμηση παρά μετωπική σύγκρουση.

Το μήνυμα προς το γαλάζιο ακροατήριο είναι:

Ο Σαμαράς έχει δικαίωμα να ασκεί κριτική. Όμως δεν μπορεί να παρουσιάζει ως διαφορετική εθνική γραμμή κάτι που ο ίδιος ακολούθησε ως πρωθυπουργός.

Ο Τσίπρας είναι άλλη περίπτωση

Αν ο Σαμαράς αντιμετωπίζεται ως εσωτερική πίεση στη ΝΔ, ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζεται ως δυνητική απειλή για ολόκληρο τον πολιτικό χάρτη.

Και εδώ η στάση του Μαξίμου είναι διαφορετική.

Ο Μαρινάκης ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός.

Δεν υποτίμησε τον πρώην πρωθυπουργό.

Αντιθέτως, ξεκίνησε από την παραδοχή ότι ο Τσίπρας έχει πολιτικό βάρος ακριβώς επειδή έχει υπάρξει πρωθυπουργός και επειδή εξελέγη δύο φορές το 2015.

Το μήνυμα είναι ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει το λάθος να τον αντιμετωπίσει ως τελειωμένη υπόθεση.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί στο Μαξίμου αντιλαμβάνονται ότι η επιστροφή Τσίπρα μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε έναν κατακερματισμένο χώρο της κεντροαριστεράς.

Η σύγκριση με το 2019

Εκεί που η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να χτυπήσει τον Τσίπρα είναι στο παρελθόν του.

Ο Μαρινάκης προχώρησε σε μια σαφή προειδοποίηση για το αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομηθεί γύρω από την περίοδο πριν από το 2019.

Το Μαξίμου θεωρεί ότι ο Τσίπρας θα επιχειρήσει να ξαναγράψει την πολιτική ιστορία.

Και γι' αυτό ετοιμάζει τη δική του σύγκριση.

Ανεργία.

Επενδύσεις.

Εξαγωγές.

Μισθοί.

Δημόσια οικονομικά.

Χρέος.

Ανάπτυξη.

Η κυβέρνηση θέλει η επόμενη πολιτική αναμέτρηση με τον Τσίπρα να γίνει με αριθμούς και όχι μόνο με συνθήματα.

Το επιχείρημα είναι ότι ο Τσίπρας θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη σύγκριση σε σύγκρουση συναισθημάτων – «τότε ζούσαμε καλύτερα» – ενώ η ΝΔ θα επιχειρήσει να την κάνει σύγκριση αποτελεσμάτων.

Η ακρίβεια είναι το αδύναμο σημείο

Ωστόσο, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το Μαξίμου γνωρίζει ότι ο Τσίπρας μπορεί να βρει πολιτικό χώρο.

Και αυτό είναι η ακρίβεια.

Ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε ότι οι πολίτες βλέπουν καθημερινά τις αυξημένες τιμές.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για την κυβέρνηση.

Γιατί ο Τσίπρας δεν χρειάζεται απαραίτητα να πείσει ότι η περίοδος της δικής του διακυβέρνησης ήταν ιδανική.

Αρκεί να πείσει ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει λύσει το πρόβλημα της καθημερινότητας.

Εκεί βρίσκεται η μάχη.

Και γι' αυτό το Μαξίμου επιμένει στην οικονομία, στα εισοδήματα, στις φορολογικές μειώσεις, στις επενδύσεις και στην απασχόληση.

Η κυβερνητική στρατηγική είναι να μην επιτρέψει στον Τσίπρα να μετατρέψει την ακρίβεια σε συνολική ψήφο διαμαρτυρίας.

Δύο πρώην πρωθυπουργοί, δύο διαφορετικές στρατηγικές

Στο κυβερνητικό επιτελείο, λοιπόν, οι δύο πρώην πρωθυπουργοί δεν μπαίνουν στο ίδιο πολιτικό «κουτί».

Ο Σαμαράς είναι πρόβλημα στα δεξιά της ΝΔ.

Ο Τσίπρας είναι πρόβλημα στην απέναντι πλευρά του πολιτικού χάρτη.

Ο πρώτος μπορεί να πιέσει το κόμμα από τα μέσα και να δημιουργήσει δυσφορία σε ένα τμήμα της βάσης.

Ο δεύτερος μπορεί να επιχειρήσει να αλλάξει τις ισορροπίες στην κεντροαριστερά και να δημιουργήσει έναν νέο πόλο απέναντι στη ΝΔ.

Και υπάρχει μία ακόμη διαφορά.

Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να δημιουργήσει κόμμα για να επηρεάσει τις εξελίξεις.

Μπορεί να το κάνει με παρεμβάσεις.

Ο Τσίπρας, αντίθετα, εφόσον προχωρήσει στην επιστροφή του με νέο πολιτικό φορέα, θα επιχειρήσει να δημιουργήσει ολόκληρη νέα εκλογική γεωγραφία.

Γι’ αυτό και η κυβέρνηση δεν θέλει ούτε να υπερτιμήσει ούτε να υποτιμήσει κανέναν από τους δύο.

Η μάχη στο γήπεδο των επιδόσεων

Η κεντρική γραμμή που διαμορφώνεται είναι σχετικά καθαρή.

Στον Σαμαρά απαντούν:

Δεν είμαστε λιγότερο πατριώτες επειδή συνομιλούμε.

Στον Τσίπρα απαντούν:

Δεν μπορείτε να ξαναγράψετε το παρελθόν επειδή επιστρέφετε.

Και προς τους πολίτες το μήνυμα είναι τρίτο:

Κρίνετέ μας από τα αποτελέσματα.

Αυτό είναι το πολιτικό στοίχημα του Μαξίμου.

Γιατί όσο πλησιάζει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο διαφορετικές πιέσεις.

Από τη μία, τη δεξιά αμφισβήτηση που εκφράζεται από τον Σαμαρά και αφορά κυρίως τα εθνικά θέματα.

Από την άλλη, την επιστροφή του Τσίπρα, ο οποίος μπορεί να επιχειρήσει να ανασυνθέσει τον χώρο απέναντι από τη ΝΔ.

Και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους, υποχρεώνουν το Μαξίμου να ξαναδεί τη στρατηγική του.

Ο ένας θυμίζει στη ΝΔ τι συμβαίνει όταν ένα κομμάτι της δεξιάς βάσης αισθάνεται ότι δεν εκφράζεται.

Ο άλλος θυμίζει στην κυβέρνηση ότι η κεντροαριστερά μπορεί να αποκτήσει ξανά έναν ισχυρό πόλο εάν ο Τσίπρας καταφέρει να μετατρέψει την προσωπική του επιστροφή σε πολιτικό ρεύμα.

Γι’ αυτό και η σημερινή παρέμβαση Μαρινάκη δεν ήταν απλώς μια απάντηση σε δύο πρώην πρωθυπουργούς.

Ήταν περισσότερο μια πρώτη χαρτογράφηση των δύο μετώπων που βλέπει μπροστά του το Μέγαρο Μαξίμου.

Σαμαράς από τα δεξιά, Τσίπρας από τα αριστερά.

Και στη μέση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να επιχειρεί να κρατήσει τη ΝΔ στο κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού, παρουσιάζοντας την κυβέρνηση ως τη δύναμη της «πράξης» απέναντι στα «μεγάλα λόγια» των αντιπάλων της.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή