Αποτάσσομαι το ρουσφέτι του... διπλανού

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου κανείς δεν ζητά ρουσφέτι, αλλά όλοι ξέρουν τουλάχιστον δέκα-είκοσι άτομα από το περιβάλλον τους που εξυπηρετήθηκαν

Αποτάσσομαι το ρουσφέτι του... διπλανού
Unsplash

Παρακολουθώ εδώ και μέρες την εθνική αγανάκτηση για τις μαϊμού επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και πραγματικά συγκινούμαι. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι κατοικούμε στη χώρα της αξιοκρατίας, της ηθικής καθαρότητας και της θεσμικής ευαισθησίας. Μια κοινωνία όπου όλοι καταδικάζουν το ρουσφέτι, αρκεί να αφορά τον διπλανό τους. Διότι όταν αφορά τους ίδιους, βαφτίζεται «διευκόλυνση», «ένα τηλέφωνο», «μια βοήθεια», «μια γνωριμία», «μια ανθρώπινη παρέμβαση».

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου κανείς δεν ζητά ρουσφέτι, αλλά όλοι ξέρουν κάποιον που πήρε.

Ακούς πολιτικούς να πέφτουν από τα σύννεφα, πολίτες να εξοργίζονται στα τηλεπαράθυρα και σχολιαστές να μιλούν λες και το πελατειακό κράτος έπεσε από τον Άρη και εγκαταστάθηκε μόνο του στην Αθήνα. Και αναρωτιέμαι. Πώς γίνεται μια κοινωνία που δηλώνει τόσο αλλεργική στη διαφθορά να παράγει επί δεκαετίες τόση διαφθορά; Πώς γίνεται μια χώρα γεμάτη «αθώους» να έχει χτίσει ένα ολόκληρο σύστημα εξυπηρετήσεων, κομματικών ανταλλαγμάτων και μικρών ή μεγάλων κομπινών;

Ποιος τα ζητούσε όλα αυτά; Οι εξωγήινοι;

Διότι, αν πιστέψουμε τη δημόσια εικόνα μας, κανείς δεν πήρε ποτέ βουλευτή για να βολέψει το παιδί του στο Δημόσιο. Κανείς δεν έψαξε κομματικό γραφείο για μετάθεση στον στρατό. Κανείς δεν παρακάλεσε για ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο, για μια σύνταξη που «μπορεί να βγει», για ένα επίδομα που «δικαιούται περίπου», για μια άδεια, μια τακτοποίηση, μια εξαίρεση. Κανείς δεν έσβησε κλήση. Κανείς δεν βάφτισε το αυθαίρετο «παλιά κατασκευή». Κανείς δεν έδωσε φακελάκι και κανείς δεν το πήρε.

Μια κοινωνία… αγγέλων

Ζούμε, δηλαδή, σε μια κοινωνία αγγέλων που την κατέστρεψαν εκατό - διακόσιοι διεφθαρμένοι πολιτικοί. Μόνο που το ρουσφέτι δεν είναι μονόλογος. Δεν υπάρχει χωρίς ζήτηση. Θέλει δύο: Αυτόν που το προσφέρει και αυτόν που το ζητά. Και στην Ελλάδα το πελατειακό κράτος δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά δημιούργημα των πολιτικών. Ήταν μια άτυπη «κοινωνική συμφωνία». Εγώ θα σε ψηφίσω, εσύ θα με εξυπηρετήσεις. Εγώ θα κάνω τα στραβά μάτια στη λαμογιά σου, εσύ θα κάνεις τα στραβά μάτια στη δική μου. Μια συναλλαγή που πέρασε από γενιά σε γενιά και παρουσιάστηκε μάλιστα ως «ανθρωπιά» και «κοινωνική υποχρέωση».

Το πιο αστείο είναι ότι πολλοί από αυτούς που σήμερα βγάζουν αφρούς για τον ΟΠΕΚΕΠΕ θα έκαναν ακριβώς το ίδιο αν είχαν την ευκαιρία. Όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι, αλλά επειδή έχουμε μάθει να θεωρούμε τη μικρή παρανομία περίπου δικαίωμα, αρκεί να μας βολεύει. Ο Έλληνας λατρεύει την αξιοκρατία μέχρι να χρειαστεί το δικό του παιδί δουλειά. Τότε ξαφνικά θυμάται τον ξάδελφο του βουλευτή, τον φίλο του υπουργού, τον γνωστό στο γραφείο. Και μετά παριστάνουμε όλοι τους σοκαρισμένους όταν αποκαλύπτεται ένα ακόμα σκάνδαλο.

Πάντα φταίνε οι από πάνω...

Υπάρχει βέβαια και η αγαπημένη εθνική μας συνήθεια: Να μεταθέτουμε πάντα την ευθύνη αποκλειστικά «στους πάνω». Σαν να μην είναι η πολιτική αντανάκλαση της κοινωνίας αλλά κάποια ξένη κατοχική δύναμη. Λες και οι βουλευτές δεν εκλέγονται από πολίτες που συχνά αξιολογούν όχι ποιος είναι ικανός, αλλά ποιος «θα μπορεί να βοηθήσει όταν χρειαστεί». Γι’ αυτό και σε κάθε εκλογική περιφέρεια το πρώτο ερώτημα για κάθε υποψήφιο δεν είναι «τι πρόγραμμα έχει;» αλλά αν «σηκώνει τηλέφωνα;».

Η αλήθεια είναι σκληρή αλλά απλή. Το πελατειακό κράτος επιβίωσε γιατί δεν το συντηρούσαν μόνο οι πολιτικοί. Το συντηρούσε μια ολόκληρη κοινωνική κουλτούρα. Μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία ότι ο νόμος είναι για τους άλλους και ότι ο έξυπνος άνθρωπος είναι αυτός που θα βρει «άκρη».

Και κάπου εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη υποκρισία μας. Θέλουμε κράτος ευρωπαϊκό αλλά εξυπηρέτηση βαλκανική. Θέλουμε αξιοκρατία αλλά μόνο όταν δεν μας βλάπτει προσωπικά. Θέλουμε κανόνες, αρκεί να υπάρχει μια πίσω πόρτα για εμάς.

Γι’ αυτό κάθε φορά που ξεσπά ένα σκάνδαλο, αντί να πέφτουμε από τα σύννεφα, ίσως αξίζει να κοιταζόμαστε λίγο και στον καθρέφτη. Γιατί το ρουσφέτι δεν ήταν ποτέ υπόθεση μόνο των πολιτικών. Ήταν για δεκαετίες η πιο ειλικρινής σχέση κράτους και κοινωνίας στην Ελλάδα. Και όσο συνεχίζουμε να καταγγέλλουμε το σύστημα που οι ίδιοι τροφοδοτούμε όταν μας συμφέρει, τόσο η υποκρισία θα περισσεύει περισσότερο από την κάθαρση.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή