Η παγίδα με την ψήφο της οργής και οι... κοψοχέρηδες
Πώς η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε ψήφο της… πλάκας και μετά να μπούμε στην διαδικασία να λέμε «δεν έκοβα καλύτερα το χέρι μου;»
Snapshot
- Η ψήφος διαμαρτυρίας βασίζεται στον θυμό και την αγανάκτηση, χωρίς βαθιά σκέψη ή αξιολόγηση προγραμμάτων.
- Η ψήφος διαμαρτυρίας συχνά οδηγεί σε πολιτική αστάθεια και δυσκολία κυβερνησιμότητας λόγω της πολυδιάσπασης του πολιτικού σκηνικού.
- Η επιλογή μικρών ή ευκαιριακών κομμάτων ως «μήνυμα» συχνά έχει αρνητικές συνέπειες για τη χώρα και όχι για τους πολιτικούς αρχηγούς.
- Η έννοια της χρήσιμης ψήφου αναγνωρίζει ότι κάθε ψήφος έχει συνέπειες για τη διακυβέρνηση και την σταθερότητα της χώρας.
- Η δημοκρατία δίνει δικαίωμα ψήφου, αλλά η ψήφος πρέπει να είναι πολιτική απόφαση με επίγνωση των συνεπειών και όχι έκφραση στιγμιαίου θυμού.
Κάθε εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα συνοδεύεται από ένα γνώριμο φαινόμενο: την ψήφο της οργής. Την ψήφο της στιγμής, του θυμού, της αγανάκτησης, της διάθεσης για «τιμωρία» του πολιτικού συστήματος. Και σχεδόν πάντα, λίγους μήνες ή λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίζονται οι γνωστοί «κοψοχέρηδες», οι πολίτες δηλαδή που αναρωτιούνται αν τελικά έπραξαν σωστά μέσα στο παραβάν.
Κουλτούρα καφενείου
Η ψήφος διαμαρτυρίας είναι ίσως η πιο εύκολη ψήφος. Δεν απαιτεί ιδιαίτερη σκέψη, δεν χρειάζεται αξιολόγηση προγραμμάτων, δεν προϋποθέτει στάθμιση συνεπειών. Αρκεί η οργή. Ο θυμός για μια απόφαση, για έναν φόρο, για ένα σκάνδαλο ή για μια δύσκολη προσωπική συγκυρία. Όταν όμως η κάλπη μετατρέπεται σε χώρο εκτόνωσης συναισθημάτων και όχι σε χώρο πολιτικής επιλογής, τότε συχνά τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που φαντάζεται ο ψηφοφόρος.
Στην πραγματικότητα, πολλοί αντιμετωπίζουν τις εκλογές σαν ένα είδος δημοσκόπησης διαμαρτυρίας. Επιλέγουν μικρά ή ευκαιριακά κόμματα θεωρώντας ότι έτσι «στέλνουν μήνυμα». Το ερώτημα είναι προς ποιον ακριβώς στέλνεται αυτό το μήνυμα και ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό.
Γιατί η κάλπη δεν είναι τηλεοπτικό παιχνίδι. Δεν είναι Survivor, ούτε διαγωνισμός δημοφιλίας όπου απλώς αποδοκιμάζεις κάποιον παίκτη. Οι εθνικές εκλογές έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: να προκύψει κυβέρνηση και πρωθυπουργός που θα διοικήσουν τη χώρα για τα επόμενα χρόνια. Από τη σταθερότητα ή την αστάθεια που θα προκύψει επηρεάζονται η οικονομία, οι επενδύσεις, οι θέσεις εργασίας, η διεθνής εικόνα της χώρας και τελικά η καθημερινότητα των πολιτών.
Η αυταπάτη της τιμωρίας
Κάποιοι θεωρούν ότι η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού αποτελεί από μόνη της πολιτική νίκη. Όμως όταν η Βουλή κατακερματίζεται σε πολλά μικρά κόμματα, η κυβερνησιμότητα γίνεται δυσκολότερη και οι ισορροπίες πιο εύθραυστες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κόστος δεν το πληρώνουν οι πολιτικοί αρχηγοί. Ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο Τσίπρας, ούτε ο Ανδρουλάκης, ούτε οποιοσδήποτε άλλος. Οι πολιτικοί θα συνεχίσουν να ασκούν τον ρόλο τους. Το κόστος το επωμίζεται η κοινωνία όταν η χώρα χάνει χρόνο, σταθερότητα και προσανατολισμό.
Γι' αυτό και η έννοια της χρήσιμης ψήφου δεν είναι ένα επικοινωνιακό τέχνασμα, όπως συχνά παρουσιάζεται. Είναι η αναγνώριση ότι κάθε ψήφος παράγει συνέπειες. Δεν αρκεί να γνωρίζεις ποιον θέλεις να τιμωρήσεις. Πρέπει να γνωρίζεις και ποιον θέλεις να κυβερνήσει.
Η ιστορία των ελληνικών εκλογών είναι γεμάτη από παραδείγματα κομμάτων που γνώρισαν θεαματική άνοδο μέσα σε κλίμα οργής και εξίσου θεαματική κατάρρευση όταν οι ψηφοφόροι συνειδητοποίησαν ότι η διαμαρτυρία δεν αρκεί για να παραχθεί πολιτική. Οι ίδιες οι κάλπες έχουν αποδείξει ότι οι πιο φανατικοί υποστηρικτές της ψήφου διαμαρτυρίας συχνά μετατρέπονται στους πιο σκληρούς επικριτές των επιλογών τους.
Η δημοκρατία ασφαλώς δίνει το δικαίωμα στον πολίτη να ψηφίζει όποιον επιθυμεί. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Όμως άλλο δικαίωμα και άλλο πολιτική σοφία. Η ψήφος δεν είναι έκφραση στιγμιαίου εκνευρισμού αλλά απόφαση με συνέπειες για ολόκληρη τη χώρα.
Όσοι λοιπόν προσεγγίζουν τις επόμενες εκλογές με τη λογική «να τους δείξω εγώ», καλό είναι να θυμούνται ότι το πρωί μετά τις κάλπες δεν θα αναζητούμε ποιος πήρε το μήνυμα. Θα αναζητούμε ποιος θα κυβερνήσει. Και τότε είναι που αρκετοί κινδυνεύουν να ανακαλύψουν, για ακόμη μία φορά, γιατί στην ελληνική πολιτική αργκό καθιερώθηκε ο όρος «κοψοχέρης».
Διαβάστε επίσης