Από το άγχος των εξετάσεων στο άγχος της επιλογής
Το Μηχανογραφικό Δελτίο δεν αποτελεί μια απλή διαδικασία. Είναι μία ουσιαστική απόφαση που καλούνται να πάρουν οι υποψήφιοι
Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις ολοκληρώθηκαν. Οι βαθμοί ανακοινώθηκαν και για χιλιάδες υποψηφίους και τις οικογένειές τους θα περίμενε κανείς ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία έχει πλέον τελειώσει.
Στην πραγματικότητα, όμως, μια εξίσου σημαντική περίοδος μόλις ξεκινά.
Το άγχος της εξέτασης δίνει πλέον τη θέση του στο άγχος της επιλογής. Το Μηχανογραφικό Δελτίο δεν αποτελεί μια απλή διαδικασία. Είναι μία ουσιαστική απόφαση που καλούνται να πάρουν οι υποψήφιοι και είναι σημαντικό να κατανοήσουν ότι σε αυτή τη φάση της ζωής τους επιλέγουν σπουδές και όχι επάγγελμα.
Ωστόσο, για αρκετούς μαθητές το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ποια σχολή επιθυμούν περισσότερο, αλλά ποια σχολή μπορούν πραγματικά να υποστηρίξουν οικονομικά. Κάθε χρόνο συναντάμε υποψηφίους που, παρά τις πολύ καλές επιδόσεις τους, αναγκάζονται να αποκλείσουν επιλογές που ονειρεύονταν, επειδή η φοίτηση σε μια άλλη πόλη αποτελεί δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος για την οικογένειά τους. Άλλοι, πάλι, επιλέγουν να δηλώσουν τη σχολή που πραγματικά επιθυμούν, συνδέοντας το όνειρό τους με το ρίσκο μιας ενδεχόμενης μετεγγραφής, ενώ αρκετοί αποφασίζουν να διεκδικήσουν εκ νέου την εισαγωγή τους μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων ή αξιοποιώντας το δικαίωμα εισαγωγής με το 10% την επόμενη χρονιά.
Η στεγαστική κρίση και η συνεχής αύξηση του κόστους ζωής έχουν μετατρέψει τη φοιτητική κατοικία σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές των υποψηφίων. Σε πολλές περιπτώσεις, η απόφαση δεν λαμβάνεται με ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά κριτήρια, αλλά με βάση το ενοίκιο, τα έξοδα διαβίωσης και τη δυνατότητα μιας οικογένειας να στηρίξει οικονομικά το παιδί της για τέσσερα ή και περισσότερα χρόνια.
Αναμφίβολα, η Πολιτεία έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε σημαντικές παρεμβάσεις, όπως η επιδότηση φοιτητικού ενοικίου, η ενίσχυση των διαθέσιμων θέσεων στις φοιτητικές εστίες, οι οποίες εξακολουθούν να μην επαρκούν για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες, καθώς και η δωρεάν σίτιση για χιλιάδες φοιτητές. Πρόκειται για μέτρα που προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση σε πολλές οικογένειες και συμβάλλουν στη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων.
Παρ' όλα αυτά, η οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν πολλές οικογένειες παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Η αυξημένη ζήτηση κατοικιών στις μεγάλες φοιτητικές πόλεις, σε συνδυασμό με τη στεγαστική κρίση και τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής, έχουν εκτοξεύσει το συνολικό κόστος φοίτησης. Έτσι, ακόμη και για όσους δικαιούνται την επιδότηση ενοικίου, το ύψος της αποτελεί μια σημαντική, αλλά συχνά ανεπαρκή οικονομική ενίσχυση, καθώς δεν καλύπτει τη συνολική επιβάρυνση που καλούνται να αναλάβουν οι οικογένειες για τη φοίτηση ενός παιδιού μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Παράλληλα, μέσα από το ισχύον πλαίσιο των μετεγγραφών, δίνεται σε αρκετούς φοιτητές η δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους είτε στον τόπο της μόνιμης κατοικίας της οικογένειάς τους είτε στην πόλη όπου ήδη φοιτά προπτυχιακός αδελφός ή αδελφή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η δυνατότητα αυτή μειώνει σημαντικά το οικονομικό κόστος φοίτησης για πολλές οικογένειες και αποτελεί ένα ουσιαστικό εργαλείο κοινωνικής πολιτικής.
Φυσικά, η αυξημένη συγκέντρωση μετεγγραφών προς μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργεί, ταυτόχρονα, σημαντικές προκλήσεις για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η υπερσυσσώρευση φοιτητών σε συγκεκριμένα τμήματα επιβαρύνει τις εκπαιδευτικές υποδομές, τις αίθουσες διδασκαλίας και τα εργαστήρια, δυσχεραίνοντας σε αρκετές περιπτώσεις την εύρυθμη ακαδημαϊκή λειτουργία και την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας
Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή να ανοίξει ένας ευρύτερος δημόσιος διάλογος για νέους τρόπους στήριξης των φοιτητών. Σε αρκετές χώρες εφαρμόζονται προγράμματα φοιτητικών δανείων, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στους νέους να σπουδάσουν στο αντικείμενο που πραγματικά επιθυμούν, χωρίς το οικονομικό κόστος να αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ένα αντίστοιχο πλαίσιο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη εργαλείο ενίσχυσης των νέων. Μάλιστα, θα μπορούσε να συνδέεται με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η κανονική φοίτηση, η ακαδημαϊκή συνέπεια και η επιτυχής ολοκλήρωση των σπουδών, ενώ η αποπληρωμή του να ξεκινά μετά την είσοδο του αποφοίτου στην αγορά εργασίας και να πραγματοποιείται σε βάθος χρόνου, χωρίς να αποτελεί σημαντικό οικονομικό βάρος.
Το ζητούμενο δεν είναι να υποκατασταθούν τα υφιστάμενα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, αλλά να εμπλουτιστούν με νέες πρωτοβουλίες που θα δώσουν πραγματικά περισσότερες επιλογές στους νέους ανθρώπους. Η συζήτηση για νέα εργαλεία χρηματοδότησης των σπουδών αξίζει να ανοίξει με σοβαρότητα, έχοντας ως μοναδικό στόχο να διασφαλίσει ότι κανένας νέος δεν θα στερηθεί τις σπουδές που ονειρεύεται λόγω οικονομικών περιορισμών.
Κανένας νέος δεν θα πρέπει να εγκαταλείπει το όνειρο των σπουδών του επειδή η οικογένειά του δεν μπορεί να καλύψει το κόστος διαβίωσης σε μια άλλη πόλη. Αν θέλουμε πραγματικά ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, τότε οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι η επιλογή των σπουδών θα καθορίζεται από τις επιθυμίες, τις δυνατότητες και τα όνειρα του μαθητή και όχι από το οικογενειακό εισόδημα.
Γιατί η εκπαίδευση δεν αποτελεί μόνο προσωπική επένδυση. Αποτελεί επένδυση για το μέλλον της κοινωνίας και της χώρας συνολικά.