Νόμος Κατσέλη: Ο Άρειος Πάγος δεν αποφαίνεται επί «αναδρομικότητας» – Ο δικηγόρος Λυρίτσης εξηγεί

Αποκωδικοποιώντας την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον νόμο Κατσέλη και τη λανθασμένη χρήση του όρου «αναδρομικότητα», με τη βοήθεια του δικηγόρου, Δημήτρη Λυρίτση

Νόμος Κατσέλη: Ο Άρειος Πάγος δεν αποφαίνεται επί «αναδρομικότητας» – Ο δικηγόρος Λυρίτσης εξηγεί
INTIME.

Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον Νόμο Κατσέλη (Ν. 3869/2010) έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, με πολλούς να αναρωτιούνται για τον όρο «αναδρομικότητα». Ωστόσο, όπως εξηγεί ο δικηγόρος, Δημήτρης Λυρίτσης, που συμμετείχε στη δίκη, ο όρος αυτός είναι λανθασμένος, τονίζοντας πως η συζήτηση γύρω από την απόφαση πρέπει να παραμείνει αυστηρά νομική.

Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν αφορά την «αναδρομικότητα» ή την αλλαγή των όρων του Νόμου Κατσέλη για τα παλαιότερα «κόκκινα δάνεια». Η δίκη αφορά καθαρά τη σωστή εφαρμογή του νόμου σχετικά με τον υπολογισμό των επιτοκίων στις ρυθμίσεις χρεών. Συγκεκριμένα, το ερώτημα που τέθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου ήταν πώς πρέπει να υπολογίζονται τα επιτόκια που προβλέπονται στις ρυθμίσεις του νόμου, όχι αν οι αποφάσεις θα εφαρμοστούν αναδρομικά. Η απόφαση δεν έχει να κάνει με το παρελθόν, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται σωστά ο νόμος στο μέλλον.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν εισαγάγει νέους κανόνες, ούτε αφορά την αναδρομική εφαρμογή της. Αντίθετα, ξεκαθαρίζει τον ήδη ισχύοντα τρόπο εφαρμογής του Νόμου Κατσέλη. Δηλαδή, η απόφαση δεν «αλλάζει» τίποτα για τα παλαιότερα δάνεια, ούτε αναγνωρίζει νέους κανόνες για τις ρυθμίσεις των οφειλών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα.

Αυτό που κάνει η απόφαση, είναι να διευκρινίσει ότι η σωστή εφαρμογή του νόμου απαιτεί τον υπολογισμό των επιτοκίων πάνω στη δόση και όχι σε άλλους όρους. Συνεπώς, δεν έχουμε να κάνουμε με «αναδρομική ισχύ», αλλά με μία αποσαφήνιση του τρόπου εφαρμογής του ήδη ισχύοντος δικαίου.

Στη συζήτηση, υπήρξε μία προσπάθεια διάκρισης μεταξύ σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου. Ωστόσο, αυτή η διάκριση είναι νομικά αβάσιμη, όπως επισημαίνει ο κ. Λυρίτσης σε άρθρο του. Οι περισσότερες αποφάσεις του Νόμου Κατσέλη προβλέπουν κυμαινόμενο επιτόκιο, και η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν διαφοροποιεί τις ρυθμίσεις με βάση τον τύπο του επιτοκίου.

Αντίθετα, αποσαφηνίζει τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου ανεξαρτήτως εάν είναι σταθερό ή κυμαινόμενο. Η συζήτηση που προσπαθεί να περιορίσει την εφαρμογή της απόφασης μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ρυθμίσεων είναι λανθασμένη και ενδεχομένως έχει στόχο να μειώσει τις συνέπειες της απόφασης για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Η απόφαση δεν αλλάζει τους κανόνες του Νόμου Κατσέλη

Η απόφαση του Αρείου Πάγου απλώς επιβεβαιώνει και εξηγεί τον ήδη ισχύοντα τρόπο εφαρμογής του Νόμου Κατσέλη, χωρίς να δημιουργεί νέες νομικές καταστάσεις. Δηλαδή, δεν πρόκειται για ρύθμιση που θα αλλάξει τους όρους των δανείων που έχουν ήδη ρυθμιστεί, ούτε απόφαση που θα εφαρμοστεί σε παλαιότερες υποθέσεις.

Η «αναδρομικότητα» δεν υπάρχει στην ουσία της απόφασης. Αυτή η διευκρίνιση είναι σημαντική, καθώς αποτρέπει την παρανόηση ότι οι τράπεζες ή τα funds που διαχειρίζονται δάνεια, θα έχουν να αντιμετωπίσουν νέες συνθήκες για τις υποθέσεις που έχουν ήδη εξελιχθεί.

Ο Δημήτρης Λυρίτσης καταλήγει, καλώντας όλους να παραμείνουν ήρεμοι και να συνεχίσουν τη συζήτηση αυστηρά στο νομικό πεδίο. Η ένταση που δημιουργείται γύρω από την έννοια της αναδρομικότητας μπορεί να παρασύρει την κοινή γνώμη και να απομακρύνει τη συζήτηση από το πραγματικό νομικό ζήτημα: Τον σωστό υπολογισμό των επιτοκίων και την ορθή εφαρμογή του νόμου. Οι τράπεζες και τα funds δεν πρέπει να επικαλούνται αβάσιμα νομικά επιχειρήματα για να περιορίσουν τις συνέπειες μίας απόφασης που αφορά την αποκατάσταση της νομιμότητας στον τρόπο εφαρμογής του νόμου.

Συμπερασματικά, η απόφαση του Αρείου Πάγου για τον Νόμο Κατσέλη δεν αφορά την αναδρομική εφαρμογή ή αλλαγή των επιτοκίων για παλαιότερες υποθέσεις. Αντίθετα, αποσαφηνίζει τον ήδη ισχύοντα τρόπο υπολογισμού των επιτοκίων στις ρυθμίσεις χρεών και επισημαίνει τον σωστό τρόπο εφαρμογής του νόμου. Η δημόσια συζήτηση πρέπει να εστιάσει στο νομικό ζήτημα και να απορρίψει οποιαδήποτε παρανόηση σχετικά με την έννοια της «αναδρομικότητας».

Ολόκληρο το άρθρο του Δημήτρη Λυρίτση:

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν αποφαίνεται για τη «αναδρομικότητα» ούτε διαφοροποιεί τα καθεστώτα επιτοκίων

Η δημόσια συζήτηση περί «αναδρομικής ισχύος» της επικείμενης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου παρανοεί το αντικείμενο της δίκης και τη φύση της δικαστικής κρίσης.

Το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται αποκλειστικά από το παραπεμπτικό ερώτημα. Σύμφωνα με το άρθρο 20Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η Ολομέλεια επιλαμβάνεται ενός συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στην πράξη παραπομπής.

Το δικαστήριο δεν έχει κανονιστική αρμοδιότητα και δεν αποφασίζει ultra petita. Το παραπεμπτικό ερώτημα αφορά τον τρόπο ερμηνείας της δικαστικής απόφασης για την υπαγωγή του ν. 3869/2010, αναφορικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου.

Δεν τίθεται θέμα αναδρομικής ισχύος ή διαφοροποίησης κατηγοριών επιτοκίων. Η αναφορά στην «αναδρομικότητα» ξεφεύγει από το αντικείμενο της κρίσης της Ολομέλειας του ΑΠ και δεν συνιστά νομικό ζήτημα που εξετάζεται.

Η ερμηνευτική κρίση δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα ex nunc (σ.σ. από τώρα και στο εξής). Η Ολομέλεια δεν θεσπίζει νέο κανόνα δικαίου, ούτε εισάγει μεταβατική ρύθμιση. Απλώς αποσαφηνίζει τον ορθό τρόπο εφαρμογής της απόφασης, χωρίς να μεταβάλλει το περιεχόμενο της δικαστικής ρύθμισης. Η κρίση έχει διαγνωστικό χαρακτήρα και αφορά την αποκατάσταση του ήδη ισχύοντος δικαίου.

Εφόσον κρίνεται ότι ο εκτοκισμός γίνεται επί της δόσης, αυτός ήταν εξαρχής ο νόμιμος τρόπος εφαρμογής της απόφασης και δεν δημιουργείται νέα έννομη κατάσταση ή αναδρομική ισχύς.

Η ενιαία κρίση της Ολομέλειας: Η διάκριση μεταξύ σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου που επιχειρείται στη δημόσια συζήτηση είναι νομικά λανθασμένη. Ο νόμος 3869/2010 αναμορφώνει την ενοχική σχέση, καθορίζει το ύψος της οφειλής, προσδιορίζει τον τρόπο αποπληρωμής και το επιτόκιο (σταθερό ή κυμαινόμενο).

Η κρίση της Ολομέλειας αφορά τη γενική ερμηνεία του τρόπου εκτοκισμού και δεν διαχωρίζεται ανάλογα με τον τύπο του επιτοκίου. Η εφαρμογή της δικαστικής απόφασης είναι ενιαία και δεν δημιουργούνται διαφορετικά καθεστώτα νομιμότητας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι πάνω από το 95% των δικαστικών αποφάσεων του ν. 3869/2010 προβλέπουν αποπληρωμή με κυμαινόμενο επιτόκιο· επομένως, η διάκριση που επιχειρείται περιορίζει την έκταση της ερμηνείας και επιχειρεί να μειώσει την οικονομική επίπτωση για τα funds.

Η δημόσια συζήτηση πρέπει να παραμείνει σε νομικό επίπεδο και να αποφευχθούν τεχνητές δραματοποιήσεις· είναι σημαντικό να υπάρχει ψυχραιμία, ιδίως από τους πιστωτές που επικαλούνται αβάσιμα νομικά επιχειρήματα με στόχο να περιορίσουν τις συνέπειες μιας δυσμενούς για αυτούς απόφασης.

Δημήτριος Λυρίτσης, Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγόρου Συλλόγου Αθηνών, παραστάτης δικηγόρος στη δίκη του Αρείου Πάγου.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή