Δεν ήταν μόνο οι Θερμοπύλες: Η ναυμαχία του Αρτεμισίου και η νίκη των Ελλήνων
Οι λόγοι που οι Έλληνες παρατάχθηκαν στο ακρωτήριο Αρτεμίσιο της Εύβοιας - Οι τρεις «φάσεις» της ναυμαχίας του Αρτεμισίου και ο απολογισμός της
Snapshot
- Η ναυμαχία του Αρτεμισίου διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών και ήταν κρίσιμη για την αναχαίτιση των Περσών στη θάλασσα και στη στεριά.
- Ο ελληνικός στόλος, υπό την ηγεσία του Θεμιστοκλή, αριθμούσε 271 τριήρεις, σημαντικά λιγότερες από τις 1.200 περσικές τριήρεις, αλλά κατάφερε να αντισταθεί αποτελεσματικά.
- Ο Σκυλλίας, ο πρώτος καταδυτικός κομάντος της ιστορίας, απέτρεψε το περσικό σχέδιο περικύκλωσης, ενημερώνοντας τους Έλληνες και προκαλώντας σύγχυση στον εχθρό.
- Η ναυμαχία περιλάμβανε τρεις φάσεις, με σημαντικές απώλειες και για τις δύο πλευρές, και κατέληξε σε ελληνική στρατηγική νίκη, διατηρώντας τον έλεγχο του Αρτεμισίου.
- Η επιτυχία της ναυμαχίας του Αρτεμισίου εδραιώθηκε κυρίως στην ικανότητα και τη στρατηγική του Θεμιστοκλή και θεωρείται θεμέλιο της ελευθερίας της αρχαίας Ελλάδας.
Ταυτόχρονα ή παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπύλων, στα τέλη Αυγούστου 480 π.Χ. έγινε και η ναυμαχία του Αρτεμισίου, μεταξύ Ελλήνων και Περσών. Το Αρτεμίσιο είναι ακρωτήριο της Βορειοανατολικής Εύβοιας. Το όνομά του οφείλεται στον ναό της Προσκώας (που βρίσκεται προς τα ανατολικά) Αρτέμιδας που υπήρχε εκεί. Σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε το 1882, ο ναός αυτός βρισκόταν κοντά στο σημερινό χωριό Κουρμπάτσι. Επρόκειτο για εξαιρετικά ευνοϊκή θέση για τον ελληνικό στόλο, λόγω και του ότι προστατευόταν από τους νότιους και τους βόρειους ανέμους.
Η συσχέτιση Αρτεμισίου και Θερμοπυλών
Η ναυμαχία του Αρτεμισίου θα πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών. Η άμυνα στο Αρτεμίσιο είχε νόημα μόνο εφόσον οι ελληνικές δυνάμεις κατάφερναν να αναχαιτίσουν τους Πέρσες στις Θερμοπύλες και αντίστροφα. Αν οι Έλληνες έχαναν στο Αρτεμίσιο, οι Πέρσες θα έμπαιναν στον Μαλιακό Κόλπο. Αν οι Πέρσες περνούσαν από τις Θερμοπύλες, κάθε περαιτέρω ελληνική του ελληνικού στόλου στο Αρτεμίσιο θα ήταν μάταια.
Η ναυμαχία του Αρτεμισίου
Ο περσικός στόλος απέναντι από τον ελληνικό - Οι δυνάμεις των δύο αντιπάλων
Ο Ξέρξης με τον στρατό του βρισκόταν στη Θέρμη, την αρχαία πόλη στα ερείπια της οποίας το 315 π.Χ. ο Κάσσανδρος έχτισε τη Θεσσαλονίκη. Ο στόλος του, με επικεφαλής τον Αρχιναύαρχο Μεγαβάτη βρισκόταν στον Θερμαϊκό Κόλπο. Μερικές μέρες αργότερα, ο περσικός στόλος έφτασε στα ανατολικά παράλια της Μαγνησίας (χρειάστηκε μόνο μία μέρα για να φτάσουν εκεί από τον Θερμαϊκό οι Πέρσες), κοντά στο νότιο άκρο του. Οι ακτές εκεί όμως είναι απόκρημνες. Μόνο στο νότιο μέρος της Κασθαναίας, πόλης που βρισκόταν εκεί, υπήρχε ένας μικρός ανοιχτός κόλπος, όπου οι Πέρσες θέλησαν να διανυκτερεύσουν πριν περάσουν στο νότιο τμήμα της χερσονήσου των Παγασών, απέναντι από τους Έλληνες. Όμως μία σφοδρή καταιγίδα που ξεκίνησε το επόμενο πρωί και διήρκησε τρία ολόκληρα μερόνυχτα και κατέστρεψε 400 περσικές τριήρεις και πολλά φορτηγά πλοία, ενώ δεκάδες άτομα πνίγηκαν.
Τριήρης
Μόλις την τέταρτη ημέρα κατάφεραν οι Πέρσες να φτάσουν στους Αφέτες, που όλοι πλέον συμφωνούν ότι πρόκειται για τον σημερινό όρμο της Ανδριαμής, απέναντι από το Αρτεμίσιο. Ο περσικός στόλος είχε στη δύναμή του 1.200 τριήρεις, πολύ μεγάλο αριθμό για εκείνη την εποχή.
Η ελληνική ναυτική δύναμη στο Αρτεμίσιο είχε ως επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Ευρυβιάδη. Όμως ο Θεμιστοκλής, αν και ήταν υποναύαρχος, είχε ουσιαστικά την αρχηγία του στόλου. Επίσης, ναύαρχος ήταν και ο Κορίνθιος Αδείμαντος.
Ευρυβιάδης
Η δύναμη του ελληνικού στόλου ήταν σαφώς μικρότερη από αυτή του περσικού. Τη δύναμη αυτή συγκροτούσαν: 127 αττικές τριήρεις, με πληρώματα από την Αθήνα και τις Πλαταιές, παρόλο ότι οι τελευταίοι δεν είχαν ναυτική εμπειρία και ακόμα 40 τριήρεις των Κορινθίων, 20 από τα Μέγαρα, 20 αθηναϊκές επανδρωμένες όμως με Χαλκιδαίους, 18 των Αιγινητών, 12 των Σικυωνίων (του Κιάτου δηλαδή), 10 των Λακεδαιμονίων, 8 των Επιδαυρίων, 7 των Ερετριέων, 5 των Τροιζηνίων, 2 από τα Στύρα της Εύβοιας και 2 από την Κέα. Συνολικά 271 τριήρεις. Υπήρχαν επίσης 9 πεντηκόντοροι, που είχαν προσφέρει εν μέρει οι κάτοικοι της Κέας και εν μέρει οι Οπούντιοι Λοκροί. Ο αριθμός των αντρών αυτών των πληρωμάτων, ήταν γύρω στις 60.000, από τους οποίους τουλάχιστον 25.000 ήταν Αθηναίοι.
Αρχαίες τριήρεις
Η πρώτη σύγκρουση
Η πρώτη σύγκρουση, έγινε πριν την άφιξη του «κύριου όγκου» του περσικού στόλου στους Αφέτες. Δέκα από τα καλύτερα περσικά πλοία (φοινικικά πιθανότατα), ξεκίνησαν νωρίτερα προς τη Σκιάθο για να παρατηρούν τις κινήσεις του ελληνικού στόλου. Παράλληλα όμως και τρεις ελληνικές τριήρεις, μία από την Αθήνα, μία από την Αίγινα και μία από την Τροιζήνα, είχαν σταλεί από πριν στα θεσσαλικά παράλια για να παρατηρήσουν τις κινήσεις των περσικών πλοίων.Όταν συναντήθηκαν οι ρότες τους, τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων, νομίζοντας ότι πίσω από τις δέκα φοινικικές τριήρεις ακολουθεί ολόκληρος ο εχθρικός στόλος, τράπηκαν σε φυγή. Η αθηναϊκή τριήρης, με πλοίαρχο τον Φόρμο, κατάφερε να ξεφύγει και το πλήρωμά της ενώθηκε με τον στρατό του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Η τροιζηνιακή τριήρης που είχε κυβερνήτη τον Πραξίνο, αιχμαλωτίστηκε, το πλήρωμά της σφαγιάστηκε και ο ύπαρχός της Λέων αποκεφαλίστηκε. Η αιγινήτικη τριήρης, με κυβερνήτη τον Ασωνίδη καταλήφθηκε από τους εχθρούς. Το πλήρωμά της, πολέμησε γενναία. Ο ύπαρχός της Πυθέας, αγωνίστηκε τόσο ηρωικά, ώστε οι αντίπαλοι θαυμάζοντας την πολεμική αρετή και την ανδρεία του, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να γιατρέψουν τις πληγές του (!).
Ελληνικές και περσικές κινήσεις σε Θερμοπύλες και Αρτεμίσιο
Το περσικό σχέδιο για περικύκλωση των Ελλήνων και ο Σκυλλίας, ο Σκιωναίος, ο πρώτος (κατά)δύτης της παγκόσμιας ιστορίας
Οι Πέρσες συνέλαβαν ένα, θεωρητικά, άψογο σχέδιο. 200 τριήρεις τους θα έπλεαν από τα ανατολικά παράλια της Εύβοιας και μέσω του πορθμού του Ευρίπου θα βρίσκονταν στα νώτα των Ελλήνων κυκλώνοντάς τους. Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι αν αυτό γινόταν, ο ελληνικός στόλος θα βρισκόταν σε δεινή θέση. Όμως, η τύχη δεν ήταν με το μέρος των Περσών. Ανάμεσα στους Έλληνες που είχαν «επιστρατεύσει» βρισκόταν και ο Σκυλλίας από τη Διώνη της Χαλκιδικής, αποικία των Ευβοέων. Αυτός έμαθε το περσικό σχέδιο και αποφάσισε να αυτομολήσει και να ενημερώσει, ως Έλληνας τους άλλους Έλληνες στο Αρτεμίσιο. Βούτηξε στο νερό και έκοψε τις άγκυρες των περσικών πλοίων προκαλώντας αναταραχή. Στη συνέχεια χρησιμοποιώντας ένα καλάμι για αναπνευστήρα, συνοδευόμενος από την κόρη του Ύδνα κολύμπησε από τους Αφέτες ως το Αρτεμίσιο! Ο Σκυλλίας θεωρείται δίκαια ως ο πρώτος βατραχάνθρωπος της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Σκυλλίας και η Ύδνα κολύμπησαν περίπου 80 στάδια κατά τον Ηρόδοτο (9 ναυτικά μίλια, περισσότερα από 14 χιλιόμετρα!).
Σκυλλίας και Ύδνα
Μόλις έφτασε στο Αρτεμίσιο ενημέρωσε τους επικεφαλής των Ελλήνων τόσο για την καταστροφή των 400 περσικών πλοίων, όσο και για το σχέδιο κύκλωσης των Ελλήνων με τις 200 τριήρεις. Παράλληλα, τους έδωσε και άλλες πολύτιμες πληροφορίες για τους Πέρσες. Αργότερα, προς τιμήν του, με διάταγμα της Αμφικτιονίας στήθηκαν στους Δελφούς, τον πιο ιερό χώρο της αρχαίας Ελλάδας ανδριάντες του Σκυλλία και της Ύδνας. Δυστυχώς, ο Νέρωνας άρπαξε τους ανδριάντες αυτούς, που βρίσκονται σήμερα σε μουσείο της Ρώμης. Στα παράλια της Νέας Σκιώνης Χαλκιδικής έχει ανεγερθεί μνημείο για τον Σκυλλία. Στην Εύβοια διοργανώνεται τις τελευταίες δεκαετίες ο διάπλους του Βόρειου Ευβοϊκού, που φέρει το όνομα του Σκυλλία και είναι ουσιαστικά αγώνας μαραθώνιας κολύμβησης 14,5 χιλιομέτρων στην ανοικτή θάλασσα.
Απεικόνιση της Ύδνας
Οι πληροφορίες του Σκυλλία προκάλεσαν προβληματισμό στους Έλληνες. Ιδιαίτερα ο Κορίνθιος Αδείμαντος επέμενε να εγκαταλείψουν οι Έλληνες το Αρτεμίσιο και να κινηθούν νότια για να αντιμετωπίσουν τις 200 περσικές τριήρεις που θα ερχόταν για να τους κυκλώσουν. Ο Θεμιστοκλής όμως, που θεωρούσε επικίνδυνη την έστω και προσωρινή εγκατάλειψη του Αρτεμισίου, ενθαρρυμένος και από τις πληροφορίες του Σκυλλία για αισθητή μείωση του αριθμού των περσικών πλοίων έπεισε τους υπόλοιπους να επιχειρήσουν, προς το τέλος της ημέρας, δοκιμαστική επίθεση εναντίον του εχθρού για να εξακριβώσουν τις αντιδράσεις των Περσών και την απόδοση της τακτικής του διέκπλου (της διάσπασης της εχθρικής γραμμής κατά τη ναυμαχία και της προσβολής των πλοίων του αντιπάλου από τα πλάγια και από τα νώτα). Οι Πέρσες, που ήθελαν να εξοντώσουν τους Έλληνες, «μηδέ πυρφόρον εκφυγόντα» (ούτε ένας πυρφόρος άνδρας, που μετέφερε το πυρ δηλαδή, να ξεφύγει) βλέποντας τους Έλληνες να επιτίθενται θεώρησαν ότι είχαν παραφρονήσει («πάγχυ σφι μανίαν») και πίστεψαν ότι θα επικρατούσαν εύκολα επί των πολύ λιγότερων πλοίων των Ελλήνων.
Θεμιστοκλής
Στο μέσο του θαλάσσιου στενού όπου συναντήθηκαν οι δύο στόλοι κύκλωσαν τα ελληνικά πλοία. Οι Ίωνες που είχαν στρατολογηθεί, παρά τη θέλησή τους, από τους Πέρσες πίστεψαν ότι ο ελληνικός στόλος θα καταποντιζόταν. Όμως, τα ελληνικά πλοία έλαβαν τον κατάλληλο για την περίσταση σχηματισμό. Με το πρώτο σήμα των αρχηγών, αφού έστρεψαν τις πλώρες με τα έμβολα προς τον εχθρό, πλησίασαν τις πρύμνες τους, τη μία κοντά στην άλλη, ώστε να σχηματιστεί κύκλος και να είναι παρατεταγμένα σε ακτινοειδή διάταξη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια των κινήσεων των ελληνικών πλοίων, η ετοιμότητα για την πραγματοποίηση του σχηματισμού, που επιβαλλόταν από την κίνηση του εχθρού έδειχναν την εξαίρετη άσκηση και το υψηλό ηθικό των αξιωματικών και των πληρωμάτων τους.
Τα ελληνικά πλοία εξασφάλισαν την άμυνά τους και πέρασαν στην επίθεση με την τακτική του διέκπλου. Μέχρι τον ερχομό της νύχτας η ναυμαχία συνεχίστηκε. Οι Έλληνες έπειτα ξεκίνησαν για το Αρτεμίσιο και οι Πέρσες για τους Αφέτες. Οι Έλληνες κυρίευσαν 30 εχθρικά πλοία. Το αριστείο της ναυμαχίας έλαβε «ανήρ Αθηναίος Λυκομήδης Αιχραίου», ο πρώτος που κυρίευσε εχθρικό πλοίο. Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας αυτομόλησε στους Έλληνες με το πλοίο του, ο Αντίδωρος από τη Λήμνο, που είχε εξαναγκαστεί να πολεμήσει στο πλευρό των Περσών. Γι’ αυτό οι Έλληνες του έδωσαν εξέχουσα θέση στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αν και η πρώτη σύγκρουση ήταν αμφίρροπη, επρόκειτο ουσιαστικά για ελληνική επιτυχία, καθώς φάνηκε ότι ο περσικός στόλος, αν και υπέρτερος αριθμητικά, δεν ήταν ακαταμάχητος και ο ελληνικός μπορούσε να τον νικήσει.
Η καταστροφή 200 περσικών πλοίων
Στο μεταξύ, τα περσικά πλοία που επιχειρούσαν κυκλωτική κίνηση αντιμετώπισαν ισχυρούς νότιους ανέμους και θύελλα, στα Κοίλα, στη ΝΑ Εύβοια, με αποτέλεσμα να τσακιστούν, στις βραχώδεις ακτές. Οι Πέρσες αγνοούσαν παντελώς τα επικίνδυνα ελληνικά νερά των θαλασσών και τις ετησίες (μελτέμια) που φυσούν στη χώρα μας (από τα αρχαία χρόνια), τον Αύγουστο. Φαινόταν σαν οι θεοί με ήθελαν να ισορροπήσουν τις δυνάμεις των δύο πλευρών: «Και έγιναν όλα αυτά για να εξισωθεί το περσικό ναυτικό με το ελληνικό και να μην είναι υπέρτερο», γράφει ο Ηρόδοτος. Αλλά και στους Αφέτες τα περσικά πλοία χτυπιόταν ανελέητα από τους νοτιάδες. Παράλληλα, τα κατεστραμμένα από την πρώτη σύγκρουση πλοία των Περσών κατευθύνονταν από τους νοτιάδες προς τους Αφέτες προκαλώντας πανικό. Αλλά και τα ελληνικά πλοία, λόγω των ισχυρών ανέμων, δεν μπορούσαν να καταδιώξουν τα περσικά πλοία, ανατολικά της Εύβοιας, που άλλωστε διαλύθηκαν χωρίς ελληνική παρέμβαση…
Η δεύτερη σύγκρουση: επιτυχημένη ελληνική επιδρομή στους Αφέτες
Την επόμενη ημέρα έφτασαν άλλα 53 αθηναϊκά πλοία ενισχύοντας σημαντικά τις ελληνικές δυνάμεις, ενώ μαθεύτηκε και η είδηση της καταστροφής των 200 περσικών πλοίων στα Κοίλα. Οι Έλληνες δεν είχαν πλέον κανένα λόγο να φύγουν από το Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες, μετά τη σκληρή νυχτερινή δοκιμασία παρέμεναν στους Αφέτες και τα πληρώματα των πλοίων τους ξεκουράζονταν. Οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν εναντίον τους, την ίδια περίπου απογευματινή ώρα με την προηγούμενη. Οι Πέρσες παρέμειναν αδρανείς τους Αφέτες. Οι Έλληνες επιτέθηκαν εναντίον των πλοίων των Κιλίκων που βρίσκονταν στην εξωτερική πλευρά του όρμου και τα κατέστρεψαν. Οι Πέρσες δεν αντέδρασαν! Οι Έλληνες επέστρεψαν στο Αρτεμίσιο. Κόντευε να νυχτώσει. Ο ελληνικός στόλος χτύπησε την κατάλληλη ώρα. Οι Πέρσες δεν είχαν χρονικά περιθώρια για να αντιδράσουν. Όσο για τους Έλληνες, ακόμα κι αν η παράτολμη επιχείρησή τους αποτύγχανε, η έλευση της νύχτας θα διευκόλυνε τη διαφυγή τους.
Η τρίτη σύγκρουση: η «κατ’ εξοχήν» ναυμαχία του Αρτεμισίου
Οι Πέρσες, την επόμενη ημέρα αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Στο μέσο της ημέρας ξεκίνησαν από τους Αφέτες εναντίον των Ελλήνων, με το σύνολο του στόλου τους. Τα ελληνικά πλοία δεν απομακρύνθηκαν από το Αρτεμίσιο. Ήθελαν να παρασύρουν τους Πέρσες στον στενό χώρο του ακρωτηρίου, όπου τα μεγάλα πλοία τους θα δυσκολεύονταν να κινηθούν.
Οι Πέρσες παρέταξαν τα πλοία τους σε μηνοειδή διάταξη, έτσι ώστε να κυκλώσουν τα ελληνικά πλοία, αν κινούνταν προς τα έξω ή να τα αποκλείσουν και να τα χτυπήσουν στον αιγιαλό του Αρτεμισίου, αν παρέμεναν εκεί. Ευφυώς, οι Έλληνες, όταν οι Πέρσες πλησίασαν, κινήθηκαν τόσο, ώστε να έχουν για στήριγμα τις προεξοχές του αιγιαλού. Απάντησαν ουσιαστικά, με επίθεση, στην επίθεση. Η σύγκρουση ξεκίνησε και ήταν σφοδρή. Τα μεγάλα περσικά πλοία δυσκολεύονταν να κινηθούν στον στενό θαλάσσιο χώρο και συγκρούονταν μεταξύ τους. Δεν ήθελαν όμως να εγκαταλείψουν τη μάχη, καθώς θεωρούσαν αδιανόητο «υπό νεών ολίγων ες φυγήν τράπεσθαι» («από λίγα πλοία να τραπούν στη φυγή»), γράφει ο Ηρόδοτος. Η ναυμαχία ήταν σκληρή, με πολλές απώλειες εκατέρωθεν, κυρίως όμως για τους Πέρσες. Πάντως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το αποτέλεσμά της ως αμφίρροπο. Τελικά, οι δύο στόλοι επέστρεψαν στις βάσεις τους. Από τους Πέρσες και τους συμμάχους τους διακρίθηκαν οι Αιγύπτιοι, που κυρίευσαν και πέντε ελληνικά πλοία με τα πληρώματά τους. Από τους Έλληνες, ο Κλεινίας ο Αλκιβιάδου, πατέρας του γνωστού μας Αλκιβιάδη, διακρίθηκε ιδιαίτερα. Οι Αθηναίοι είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες, καθώς τα μισά τους πλοία καταστράφηκαν. Αυτή θεωρείται η «κύρια» ναυμαχία του Αρτεμισίου. Όχι μόνο γιατί έγινε στο ακρωτήριο, αλλά γιατί διήρκησε πολλές ώρες, ήταν σφοδρότατη και οι απώλειες ήταν σημαντικές κι από τις δύο πλευρές. Μπορεί να θεωρηθεί ως νίκη των Ελλήνων, που παρέμειναν «κύριοι» των νεκρών και των ναυαγίων και διατήρησαν τη θέση τους εκπληρώνοντας την αμυντική αποστολή τους: οι Πέρσες δεν μπόρεσαν να περάσουν στο στενό.
Μετά το Αρτεμίσιο
Ενώ η ναυμαχία είχε τελειώσει, ο «σύνδεσμος» με τους Έλληνες στις Θερμοπύλες, Αβρώνιχος ο Λυσικλέους, Αθηναίος στην καταγωγή, έφερε με τριακόντορο την είδηση του θανάτου του Λεωνίδα και της «πτώσης» των Θερμοπυλών. Οι επικεφαλής του στόλου των Ελλήνων αντιλήφθηκαν ότι περαιτέρω παραμονή τους στο Αρτεμίσιο ήταν επικίνδυνη και αποφάσισαν να αναχωρήσουν. Έτσι, κινήθηκαν προς τον νότο. Προπορεύονταν τα πλοία των Κορινθίων, ενώ τελευταία ήταν τα αθηναϊκά. Όταν οι Πέρσες έμαθαν από έναν άνδρα από την Ιστιαία ότι οι ουσιαστικοί νικητές της ναυμαχίας, οι Έλληνες αποχωρούσαν, έμειναν έκπληκτοι και… φυλάκισαν τον πληροφοριοδότη τους. Ο Θεμιστοκλής εφαρμόζοντας στρατηγική ψυχολογικού πολέμου, χρησιμοποιώντας ταχύπλοα σκάφη σταματούσε με αυτά στις ακτές όπου υπήρχαν πόσιμα νερά και σε άλλες θέσεις όπου ήταν πιθανό να αποβιβαστούν τα εχθρικά πληρώματα και έγραφε σε πέτρες στους Ίωνες να προσχωρήσουν στις ελληνικές δυνάμεις ή τουλάχιστο να πολεμήσουν χωρίς ζήλο, να δημιουργούν προβλήματα στους Πέρσες κατά τις ναυμαχίες και να πείσουν και τους Κάρες να κάνουν το ίδιο. Έτσι, ο Θεμιστοκλής είχε την ελπίδα ότι μπορεί ιωνικά και καρικά πλοία να προσχωρήσουν στον ελληνικό στόλο, αλλά και να προκαλέσει δυσπιστία για τους Ίωνες και τους Κάρες στους Πέρσες.
Ναυμαχία Αρτεμισίου
Αποτίμηση της ναυμαχίας του Αρτεμισίου
Στο στρατηγικό πεδίο η ναυμαχία του Αρτεμισίου έληξε με νίκη των Ελλήνων, ο στόλος των οποίων εκπλήρωσε ως το τέλος την αποστολή του. Βασικές αιτίες της νίκης ήταν ότι οι Αθηναίοι, που επωμίστηκαν το μεγαλύτερο βάρος στη ναυμαχία διέθεσαν σχεδόν το σύνολο του στόλου τους, σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες, ενώ ο Θεμιστοκλής αναδείχθηκε σε μέγα πολεμικό ηγέτη, που όχι μόνο είχε τον τρόπο να επηρεάζει τον Αρχιναύαρχο Ευρυβιάδη, αλλά και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και να οδηγεί με τόλμη και ικανότητα στις επιτυχίες. Γι’ αυτό, η επιτυχία στο Αρτεμίσιο θεωρήθηκε, κυρίως νίκη των Αθηναίων. Όλοι όμως έμαθαν, όπως τονίζει ο Πλούταρχος, ότι ούτε το πλήθος των πλοίων, ούτε τα στολίδια και η αίγλη των αντιπάλων, ούτε οι βάρβαρες κραυγές μπορούν να τρομοκρατήσουν άνδρες που γνωρίζουν και τολμούν να μάχονται. Στο Αρτεμίσιο θεμελιώθηκε η ελευθερία της Ελλάδας, όπως είπε ο Πλούταρχος: « Όθι παίδες Αθαναίων εβάλοντο φαεννάν κρηπίδ’ ελευθερίας». («Εκεί όπου οι νέοι της Αθήνας έθεσαν τα λαμπρά θεμέλια της ελευθερίας»).