Ο καιρός στο Newsbomb από τον Θοδωρή Κολυδά - Νοέμβριος, ο «Βροχάρης» ή «Μπρουμάρης»
49 χρόνια από τη φονική καταιγίδα της 2ας Νοεμβρίου 1977 – Η προσωπική μου μαρτυρία, ο διαχρονικός πλημμυρικός κίνδυνος στην Αττική και η ανάγκη για μια νέα εθνική στρατηγική πρόληψης
AP
Snapshot
- Στις 2 Νοεμβρίου 1977, μια πρωτοφανής καταιγίδα προκάλεσε σοβαρές πλημμύρες στην Αθήνα και τον Πειραιά, με 39 νεκρούς και εκτεταμένες καταστροφές.
- Η πλημμύρα της Μάνδρας το 2017 απέδειξε ότι ο πλημμυρικός κίνδυνος στην Αττική παραμένει σοβαρός, λόγω φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων.
- Η σύγχρονη αντιπλημμυρική πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει προστασία φυσικών κοίτων, αύξηση διαπερατών επιφανειών και λύσεις βασισμένες στη φύση, πέρα από την κατασκευή υποδομών αποχέτευσης.
- Υπάρχει ανάγκη για τη δημιουργία μιας Εθνικής Μετεωρολογικής και Υδρολογικής Υπηρεσίας που θα συνδυάζει πρόγνωση και διαχείριση υδρομετεωρολογικών κινδύνων με ενιαίο επιχειρησιακό πλαίσιο.
- Η πρόληψη και η προετοιμασία της κοινωνίας είναι καθοριστικές για τον περιορισμό των επιπτώσεων των πλημμυρών, παρά μόνο η ένταση των βροχοπτώσεων ή η κλιματική αλλαγή.
Ο Νοέμβριος, ο μήνας που ο λαός μας αποκαλεί και «Βροχάρη», ή «Μπρουμάρη» είναι παραδοσιακά συνδεδεμένος με τις πολλές βροχές, τις πρώτες ισχυρές κακοκαιρίες και τη μετάβαση προς τον χειμώνα.
Η λέξη «Μπρουμάρης» είναι παραδοσιακή ελληνική ονομασία για τον μήνα Νοέμβριο, που απαντάται σε πολλά χωριά και νησιά της χώρας — ιδιαίτερα στη νησιωτική και ορεινή Ελλάδα. Προέρχεται από το λατινικό “bruma”, που σημαίνει χειμωνιάτικο ηλιοστάσιο ή βαθύς χειμώνας. Η ρίζα της ανάγεται στην εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, όταν η «bruma» σήμαινε την πιο σκοτεινή, ψυχρή περίοδο του χρόνου· έτσι, ο λαός ταύτισε τον Νοέμβρη, προπομπό του χειμώνα, με αυτόν τον όρο. Στην ελληνική λαϊκή παράδοση, ο Μπρουμάρης θεωρείται ο μήνας των βροχών. Το νερό τότε «ξυπνά» τη γη, ξεπλένει τη σκόνη του καλοκαιριού και ετοιμάζει το χώμα για τη σπορά. Δεν είναι τυχαίο ότι σε παροιμίες λέγεται: «Του Μπρουμάρη τα νερά, αβρόχιασε χωράφια» ή «Αν δε βρέξει ο Μπρουμάρης, ψόφησε ο γεωργός»
Για την Αττική, ο Νοέμβριος έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ιστορία της.
Στις 15 Νοεμβρίου συμπληρώνονται εννέα χρόνια από τη φονική πλημμύρα της Μάνδρας, το 2017, που στοίχισε τη ζωή σε 24 ανθρώπους. Και λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 2 Νοεμβρίου, συμπληρώνονται 49 χρόνια από μία από τις μεγαλύτερες πλημμυρικές καταστροφές που γνώρισαν ποτέ η Αθήνα και ο Πειραιάς.
Δύο διαφορετικές εποχές, δύο μεγάλες τραγωδίες, αλλά και ένα κοινό ερώτημα που εξακολουθεί να μας απασχολεί: Έχουμε μάθει πραγματικά να ζούμε με τον κίνδυνο των πλημμυρών ή εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε την επικινδυνότητά τους μόνο όταν είναι πολύ αργά;
2 Νοεμβρίου 1977: Μια καταιγίδα που δεν θα ξεχάσω ποτέ
Εκείνη την ημέρα ήμουν φοιτητής. Το απόγευμα είχα κατέβει στο κέντρο της Αθήνας και βρέθηκα στην οδό Ακαδημίας. Θυμάμαι ακόμη πόσο γρήγορα άλλαξε η εικόνα του ουρανού και με πόση ένταση ξέσπασε η βροχή.
Ο καιρός είχε αρχίσει να κλείνει από τα δυτικά. Λίγο μετά τις έξι το απόγευμα οι ισχυρές καταιγίδες έπλητταν ήδη τον Πειραιά και μέσα στην επόμενη περίπου ώρα η κακοκαιρία επεκτάθηκε προς την Αθήνα.
Η Ακαδημίας, όπου βρισκόμουν, είχε μετατραπεί κυριολεκτικά σε ποτάμι.
Το νερό κατέβαινε ορμητικά, οι δρόμοι πλημμύριζαν και μέσα σε ελάχιστο χρόνο η καθημερινή ζωή της πόλης άρχισε να παραλύει.
Αυτή η εικόνα έχει παραμείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου. Τότε τη βίωσα ως ένας νέος άνθρωπος που βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή για τα δικά του μάτια θεομηνία. Αργότερα, μέσα από την επιστημονική μου διαδρομή στη Μετεωρολογία, μπόρεσα να κατανοήσω καλύτερα τους ατμοσφαιρικούς μηχανισμούς που προκάλεσαν εκείνη την καταστροφή.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας τέτοιας ανάμνησης: η προσωπική εμπειρία συναντά την επιστημονική γνώση και μας υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε χάρτη βροχόπτωσης βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι.
Πως δημιουργήθηκε η ιστορική καταιγίδα
Η μετεωρολογική ανάλυση της συγκεκριμένης κακοκαιρίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Μέσα από τα δεδομένα επανάλυσης της ατμόσφαιρας μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη ενός βαρομετρικού χαμηλού που σχηματίστηκε στην περιοχή του κόλπου της Γένοβας, κινήθηκε νοτιοανατολικά και ενισχύθηκε στην κεντρική και νότια Ιταλία.
[embedyt] https://www.youtube.com/watch?v=CtDIw9yc-98[/embedyt]
Κατά τη διάρκεια της 2ας Νοεμβρίου, το σύστημα επηρέασε την Ελλάδα, δημιουργώντας συνθήκες έντονης ατμοσφαιρικής αστάθειας και εκδήλωσης ισχυρών καταιγίδων.
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κακοκαιρίας ήταν ότι τα ισχυρά φαινόμενα επεκτάθηκαν στην Αττική από τα δυτικά προς τα ανατολικά, σε αντίθεση με άλλες ιστορικές καταιγίδες που έχουν επηρεάσει το Λεκανοπέδιο από νότιες ή νοτιοδυτικές διευθύνσεις.
Οι βροχομετρικές καταγραφές και οι μεταγενέστερες επιστημονικές αναλύσεις αποτυπώνουν την εξαιρετική ένταση του επεισοδίου. Σε περιοχές της Αθήνας τα ύψη βροχής ξεπέρασαν τα 150 χιλιοστά, ενώ τοπικά αναφέρονται τιμές που πλησίασαν ή έφτασαν τα 165 χιλιοστά.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος, 165 χιλιοστά βροχής αντιστοιχούν σε 165 τόνους νερού ανά στρέμμα.
Και το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ποσότητας έπεσε μέσα σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Μια πρωτεύουσα σε κατάσταση παράλυσης
Η καταστροφή δεν περιορίστηκε στους πλημμυρισμένους δρόμους.
Ο Πειραιάς, το δυτικό, το κεντρικό και το νότιο Λεκανοπέδιο βρέθηκαν στο επίκεντρο της θεομηνίας. Συνοικίες όπως το Αιγάλεω, το Περιστέρι, ο Ρέντης και το Μοσχάτο δοκιμάστηκαν σκληρά.
Οι διακοπές ηλεκτροδότησης επεκτείνονταν συνεχώς. Το αεροδρόμιο του Ελληνικού διέκοψε τη λειτουργία του, δρομολόγια του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου σταμάτησαν, τμήματα του τηλεπικοινωνιακού δικτύου υπέστησαν σοβαρές βλάβες, ενώ ο Κηφισός υπερχείλισε.
Ακόμη και οι σειρήνες της αεροπορίας ήχησαν σε περιοχές της πρωτεύουσας, ύστερα από βραχυκύκλωμα που αποδόθηκε στην έντονη ηλεκτρική δραστηριότητα.
Χιλιάδες πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καταστάσεις. Υπόγεια και κατοικίες πλημμύρισαν, αυτοκίνητα παρασύρθηκαν και ολόκληρες γειτονιές βυθίστηκαν στο σκοτάδι.
Ο τραγικός απολογισμός, σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, έφτασε τους 39 νεκρούς στην Αθήνα και τον Πειραιά, αν και ορισμένες πηγές δίνουν διαφορετικούς αριθμούς.
Οι εικόνες από το αρχείο της ΕΡΤ εξακολουθούν να προκαλούν συγκίνηση.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση όταν παρακολουθώ εκείνα τα ρεπορτάζ.
Η καταιγίδα χαρακτηριζόταν τότε «πρωτοφανής».
Πόσες φορές έχουμε ακούσει την ίδια λέξη τα τελευταία χρόνια; Και πόσες φορές, μετά από κάθε μεγάλη πλημμύρα, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες διαπιστώσεις για τα προβλήματα των πόλεών μας;
Από το 1977 στη Μάνδρα του 2017
Σαράντα χρόνια μετά την ιστορική πλημμύρα της Αθήνας, η τραγωδία της Μάνδρας απέδειξε ότι ο πλημμυρικός κίνδυνος παραμένει ένας από τους σοβαρότερους φυσικούς κινδύνους για την Αττική.
Οι έντονες βροχοπτώσεις της 15ης Νοεμβρίου 2017 προκάλεσαν αιφνίδιες πλημμύρες, με ορμητικά νερά και φερτά υλικά να κατακλύζουν κατοικημένες περιοχές.
Οι δύο κακοκαιρίες δεν ήταν μετεωρολογικά ίδιες. Είχαν όμως ένα κοινό καταστροφικό αποτέλεσμα: μεγάλες ποσότητες νερού συγκεντρώθηκαν σε περιορισμένο χρόνο, σε περιοχές όπου η φυσική απορροή και η ανθρώπινη δραστηριότητα είχαν δημιουργήσει συνθήκες αυξημένης τρωτότητας.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι μια πλημμύρα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο θα βρέξει.
Εξαρτάται επίσης από το πού θα πέσει η βροχή, πόσο γρήγορα θα συγκεντρωθεί το νερό, ποια είναι η μορφολογία του εδάφους, πόσο κορεσμένο είναι το έδαφος και κυρίως ποιες δυνατότητες απορροής έχουν απομείνει.
Η Αθήνα παραμένει ευάλωτη
Ας μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι για να πλημμυρίσει ξανά η Αθήνα πρέπει να σημειωθούν βροχοπτώσεις αντίστοιχες με εκείνες της Βαλένθια το 2024 ή του θεσσαλικού κάμπου κατά την κακοκαιρία Daniel το 2023.
Μια βροχόπτωση συγκρίσιμη με εκείνη του 1977, εάν εκδηλωνόταν σήμερα σε ευάλωτες και πυκνοδομημένες περιοχές, θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ σοβαρές επιπτώσεις.
Οι επικαιροποιημένοι χάρτες επικινδυνότητας και κινδύνου πλημμύρας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναδεικνύουν περιοχές της Αττικής που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
Ειδικά στο νότιο και στο δυτικό τμήμα του Λεκανοπεδίου, η πυκνή δόμηση, η μεγάλη συγκέντρωση υποδομών, η στεγανοποίηση των επιφανειών και οι μεταβολές στο φυσικό υδρογραφικό δίκτυο αποτελούν παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται.
Τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται αποκλειστικά με μεγαλύτερους αγωγούς ή περισσότερο σκυρόδεμα.
Χρειαζόμαστε μια διαφορετική φιλοσοφία διαχείρισης του νερού μέσα στην πόλη.
Να προστατεύσουμε τις φυσικές κοίτες, να αποκαταστήσουμε όπου είναι εφικτό τις διαδρομές απορροής, να αυξήσουμε τις διαπερατές επιφάνειες, να δημιουργήσουμε χώρους προσωρινής συγκράτησης των ομβρίων και να αξιοποιήσουμε λύσεις βασισμένες στη φύση.
Η σύγχρονη αντιπλημμυρική προστασία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην προσπάθεια να απομακρύνουμε το νερό όσο γίνεται γρηγορότερα. Πρέπει να σχεδιάζουμε και πώς θα το συγκρατούμε, πού θα το κατευθύνουμε με ασφάλεια και πώς θα περιορίζουμε την έκθεση των ανθρώπων στον κίνδυνο.
Η τεχνολογία μπορεί πλέον να μας προειδοποιεί νωρίτερα
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά το 1977, διαθέτουμε επιστημονικές δυνατότητες που τότε έμοιαζαν αδιανόητες.
Τα αριθμητικά μετεωρολογικά μοντέλα, οι δορυφορικές παρατηρήσεις, τα μετεωρολογικά ραντάρ, τα υδρολογικά μοντέλα και οι ψηφιακοί χάρτες υψηλής ανάλυσης μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε πολύ καλύτερα την εξέλιξη μιας κακοκαιρίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το European Flood Awareness System (EFAS), το ευρωπαϊκό σύστημα έγκαιρης ενημέρωσης για πλημμύρες της υπηρεσίας Copernicus.
Το EFAS συνδυάζει μετεωρολογικές προγνώσεις με υδρολογικά μοντέλα και παρέχει εκτιμήσεις πιθανής πλημμυρικής δραστηριότητας για χρονικό ορίζοντα έως δέκα ημερών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια ποιος δρόμος ή ποιο σπίτι θα πλημμυρίσει. Μπορεί όμως να προσφέρει πολύτιμο χρόνο προετοιμασίας και να βοηθήσει στον εντοπισμό περιοχών που χρειάζονται αυξημένη παρακολούθηση.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί τέτοιου είδους πληροφορίες μέσα από τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι να μην περιοριζόμαστε στην παραγωγή και στην ανάγνωση ενός χάρτη.
Η μετεωρολογική πρόγνωση πρέπει να συνδέεται επιχειρησιακά με την υδρολογική εκτίμηση, την αποτίμηση της τρωτότητας και την έγκαιρη λήψη αποφάσεων από την Πολιτική Προστασία.
Αυτός είναι ο δρόμος για να περάσουμε από την απλή πρόγνωση της βροχής στην πραγματική πρόγνωση των πιθανών επιπτώσεών της.
Χρειαζόμαστε μια Εθνική Μετεωρολογική και Υδρολογική Υπηρεσία
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που εξακολουθώ να επισημαίνω είναι ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με το νερό, τις υδρολογικές παρατηρήσεις, τη μετεωρολογική πρόγνωση και την αντιμετώπιση των πλημμυρών.
Η Ελλάδα διαθέτει επιστήμονες, τεχνογνωσία, ερευνητικά ιδρύματα και σημαντικές υποδομές. Εκείνο που χρειάζεται είναι η ουσιαστική διασύνδεσή τους μέσα σε ένα συνεκτικό επιχειρησιακό πλαίσιο.
Η πρότασή μου παραμένει σαφής:
Η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια Εθνική Μετεωρολογική και Υδρολογική Υπηρεσία, με ενιαία επιστημονική και επιχειρησιακή προσέγγιση των υδρομετεωρολογικών κινδύνων.
Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα απαιτούσε θεσμική συνεργασία, συμμετοχή των αρμόδιων υδρολογικών φορέων, επαρκή χρηματοδότηση και ουσιαστική αξιοποίηση της επιστημονικής κοινότητας.
Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή ονομασίας ή διοικητικής δομής.
Πρόκειται για μια διαφορετική αντίληψη της πρόληψης, όπου η παρατήρηση, η πρόγνωση, η υδρολογική μοντελοποίηση και η εκτίμηση επιπτώσεων θα αποτελούν διαδοχικά μέρη της ίδιας επιχειρησιακής διαδικασίας.
Να μη χρειαστεί άλλη τραγωδία για να αλλάξουμε
Ο Νοέμβριος μάς υπενθυμίζει κάθε χρόνο ότι οι έντονες βροχοπτώσεις αποτελούν μέρος του μεσογειακού μας κλίματος.
Οι καταιγίδες υπήρχαν στο παρελθόν και θα συνεχίσουν να εμφανίζονται στο μέλλον. Σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα, η εκτίμηση των ακραίων φαινομένων και των πιθανών επιπτώσεών τους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Όμως δεν μπορούμε να αποδίδουμε κάθε καταστροφή αποκλειστικά στην ένταση της βροχής ή στην κλιματική αλλαγή.
Η αυθαίρετη ή απρογραμμάτιστη δόμηση, η συρρίκνωση των φυσικών ρεμάτων, οι εκτεταμένες αδιαπέραστες επιφάνειες και η ανεπαρκής συντήρηση υποδομών αποτελούν παράγοντες που μπορούν να μετατρέψουν ένα ισχυρό καιρικό φαινόμενο σε ανθρώπινη τραγωδία.
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τη νύχτα που είδα την Ακαδημίας να μετατρέπεται σε ποτάμι, εξακολουθώ να πιστεύω ότι το πιο ουσιαστικό μήνυμα δεν βρίσκεται μόνο στις ιστορικές καταγραφές ή στους εντυπωσιακούς μετεωρολογικούς χάρτες.
Βρίσκεται στην ευθύνη μας να αξιοποιήσουμε όσα γνωρίζουμε.
Γιατί η βροχή είναι φυσικό φαινόμενο. Η έκταση όμως μιας καταστροφής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το πόσο προετοιμασμένη είναι η κοινωνία να την αντιμετωπίσει.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα που μας άφησε η 2α Νοεμβρίου 1977.