Έκπληκτοι οι επιστήμονες: Μετεωρίτης στην Σαχάρα αποκαλύπτει την ύπαρξη «χαμένου» πλανήτη
Πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, ένας τεράστιος πλανήτης, πιθανώς τόσο μεγάλος όσο η Σελήνη ή ακόμα και ο Άρης, περιστρεφόταν γύρω από τον νεαρό Ήλιο, προτού μια βίαιη σύγκρουση τον διαλύσει σε κομμάτια.
Πριν από περισσότερα από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, ένας πλανήτης με μέγεθος που πλησίαζε εκείνο της Σελήνης ή ακόμη και του Άρη, περιφερόταν γύρω από τον νεαρό Ήλιο. Η μοίρα του σφραγίστηκε από μια βίαιη, καταστροφική σύγκρουση που τον κομμάτιασε ολοκληρωτικά, σκορπίζοντας τα υπολείμματά του στο χάος του διαστήματος.
Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπόλντερ που θεωρούν ότι βρήκαν την πρώτη άμεση απόδειξη για την ύπαρξη αυτού του χαμένου πλανητικού εμβρύου. Η μελέτη τους, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Earth and Planetary Science Letters, φέρνει στο φως έναν τύπο πλανητικής εξέλιξης που δεν είχαμε φανταστεί ποτέ μέχρι σήμερα, αναγκάζοντας την επιστημονική κοινότητα να ξαναγράψει ένα σημαντικό κομμάτι από την ιστορία του ηλιακού συστήματος.
Σύμφωνα με τον Aaron Bell, επίκουρο καθηγητή έρευνας στο Τμήμα Γεωλογικών Επιστημών του πανεπιστημίου, η ανακάλυψη αυτή προκαλεί δέος, καθώς επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός τόσο μεγάλου σώματος που παρέμενε άγνωστο. Ο ίδιος επισημαίνει ότι η γνώση μας για αυτόν τον κόσμο βασίζεται αποκλειστικά σε ελάχιστα θραύσματα που έτυχε να πέσουν στη Γη, διασώζοντας αποδείξεις για ένα εντελώς διαφορετικό μονοπάτι ανάπτυξης των πρώιμων πλανητών.
Τα μυστικά του μετεωρίτη NWA 12774
Η επιστημονική ανατροπή ξεκίνησε από τη μελέτη ενός σπάνιου μετεωρίτη που εντοπίστηκε στην έρημο της Σαχάρας, γνωστού με την κωδική ονομασία Northwest Africa (NWA) 12774. Το συγκεκριμένο πέτρωμα ανήκει στην κατηγορία των ανγριτών, οι οποίοι αποτελούν μερικά από τα παλαιότερα ηφαιστειακά πετρώματα στο ηλιακό σύστημα. Η δημιουργία τους τοποθετείται μόλις λίγα εκατομμύρια χρόνια μετά τη γέννηση του ίδιου του ηλιακού μας συστήματος.
Η σπανιότητά τους είναι αξιοσημείωτη, αφού ανάμεσα σε περισσότερους από 80.000 μετεωρίτες που έχουν καταγραφεί στον πλανήτη μας, μόλις 68 ανήκουν στη συγκεκριμένη ομάδα. Οι ανγρίτες αποτελούσαν ανέκαθεν γρίφο για τους ειδικούς εξαιτίας της ασυνήθιστης χημικής τους σύστασης. Σε αντίθεση με τη Γη, τον Άρη και άλλους βραχώδεις πλανήτες, οι ανγρίτες περιέχουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά διοξειδίου του πυριτίου. Αυτή η ιδιαιτερότητα είχε οδηγήσει παλαιότερα τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι οι ανγρίτες προέρχονταν από μικρούς αστεροειδείς με ακτίνα μικρότερη των 200 χιλιομέτρων.
Η ακραία πίεση και το πραγματικό μέγεθος
Η εξέταση του NWA 12774 από την ομάδα του Bell ανέτρεψε τα δεδομένα όταν εντοπίστηκε κλινοπυρόξενος, ένα ορυκτό που συναντάται συχνά στον φλοιό και τον μανδύα της Γης. Το συγκεκριμένο ορυκτό στον μετεωρίτη εμφάνισε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα αλουμινίου, στοιχείο που υποδεικνύει ότι σχηματίστηκε υπό συνθήκες ακραίας πίεσης στα βαθύτερα στρώματα ενός μεγάλου ουράνιου σώματος.
Οι υπολογισμοί των εργαστηριακών συνθηκών έδειξαν ότι για να παραχθεί αυτή η μορφή κλινοπυρόξενου απαιτείται πίεση τουλάχιστον 17,5 kilobars. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος, η πίεση στο βαθύτερο σημείο των ωκεανών της Γης, στην Τάφρο των Μαριανών, φτάνει μόλις το 1 kilobar. Μια τέτοια τρομακτική πίεση είναι αδύνατον να αναπτυχθεί στο εσωτερικό ενός μικρού αστεροειδούς, γεγονός που αποδεικνύει ότι το μητρικό σώμα του μετεωρίτη έπρεπε να έχει ακτίνα τουλάχιστον 1.000 χιλιομέτρων.
Ένας χαμένος κόσμος στο μέγεθος του Άρη
Οι λεπτομέρειες των κρυστάλλων του NWA 12774 αποκάλυψαν ακόμη μεγαλύτερες εκπλήξεις για τις διαστάσεις του χαμένου πλανήτη. Οι κρύσταλλοι διατηρούν μέχρι σήμερα αιχμηρές ακμές και ευαίσθητα χημικά χαρακτηριστικά. Κι όμως, αν είχαν σχηματιστεί στα βαθύτατα στρώματα ενός τεράστιου κόσμου, αυτές οι λεπτομέρειες θα είχαν σβηστεί με την πάροδο του χρόνου λόγω της παρατεταμένης θερμότητας. Η διατήρησή τους μαρτυρά ότι οι κρύσταλλοι στερεοποιήθηκαν σχετικά κοντά στην επιφάνεια.
Αυτό σημαίνει ότι για να επιτευχθεί η απαιτούμενη πίεση τόσο κοντά στην επιφάνεια, ολόκληρος ο πλανήτης έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερος από την αρχική ελάχιστη εκτίμηση. Οι ερευνητές υπολογίζουν τώρα ότι η ακτίνα του σώματος αυτού πιθανότατα ξεπερνούσε τα 1.800 χιλιόμετρα. Το μέγεθος αυτό τον κατατάσσει στην ίδια κατηγορία με τη Σελήνη, προσεγγίζοντας σε κλίμακα ακόμη και τον Άρη, ο οποίος έχει ακτίνα 3.300 χιλιομέτρων.
Τα υλικά που συνέθεσαν αυτόν τον πρωτοπλανήτη ήταν θεμελιωδώς διαφορετικά από τα συστατικά της Γης και του Άρη. Το στοιχείο αυτό φανερώνει ένα ξεχωριστό, αυτόνομο μονοπάτι εξέλιξης στην πλανητική δημιουργία. Τα θραύσματα από εκείνη την αρχαία σύγκρουση ίσως ενσωματώθηκαν αργότερα σε άλλους βραχώδεις κόσμους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν κι άλλοι παρόμοιοι πρωτοπλανήτες που περιμένουν να ανακαλυφθούν μέσα σε ξεχασμένα συρτάρια εργαστηρίων.
Διαβάστε επίσης