Μάλτα: Επιχειρηματίας πλήρωσε 150.000 ευρώ για τη δολοφονία της δημοσιογράφου Καρουάνα Γκαλίτσια

Ο 44χρονος Γιόργκεν Φένεκ, κληρονόμος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας ακινήτων που περιλαμβάνει και το ξενοδοχείο και καζίνο Hilton Malta, δικάζεται για τη δολοφονία που σημειώθηκε το 2017

Μάλτα: Επιχειρηματίας πλήρωσε 150.000 ευρώ για τη δολοφονία της δημοσιογράφου Καρουάνα Γκαλίτσια
Snapshot
  • Ο επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεκ κατηγορείται ότι πλήρωσε 150.000 ευρώ για τη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνεφης Καρουάνα Γκαλίτσια το 2017 στη Μάλτα.
  • Η δολοφονία πραγματοποιήθηκε με εκρηκτικό μηχανισμό που τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο της δημοσιογράφου και πυροδοτήθηκε εξ αποστάσεως.
  • Ο Φένεκ αντιμετωπίζει κατηγορίες για συνέργεια σε εκ προθέσεως ανθρωποκτονία και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, ενώ αρνείται τις κατηγορίες.
  • Πέντε από τους επτά κατηγορούμενους για τη δολοφονία έχουν ήδη καταδικαστεί, ένας έλαβε χάρη για κατάθεση, και ο Θεούμα ζει υπό προστασία μαρτύρων από το 2019.
  • Η υπόθεση προκάλεσε πολιτική κρίση στη Μάλτα, με την παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μούσκατ το 2019.
Snapshot powered by AI

Ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Μάλτας φέρεται να οργάνωσε τη δολοφονία της ερευνητικής δημοσιογράφου Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια, καταβάλλοντας 150.000 ευρώ σε τρεις εκτελεστές για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο, άκουσε το σώμα των ενόρκων.

Ο 44χρονος Γιόργκεν Φένεκ, κληρονόμος μιας μεγάλης αυτοκρατορίας ακινήτων που περιλαμβάνει και το ξενοδοχείο και καζίνο Hilton Malta, δικάζεται για τη δολοφονία που σημειώθηκε το 2017.

epixeirimatias.jpg

Ο Γιόργκεν Φένεκ

Η Καρουάνα Γκαλίτσια σκοτώθηκε όταν εξερράγη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητό της. Εκδότρια περιοδικού, αρθρογράφος εφημερίδας και μπλόγκερ, ήταν μία από τις πιο γνωστές δημοσιογραφικές προσωπικότητες της χώρας. Οι αποκαλύψεις της για κορυφαία κυβερνητικά και επιχειρηματικά στελέχη την είχαν καταστήσει στόχο επανειλημμένων επιθέσεων από πολιτικούς και υποστηρικτές τους, ενώ ο βίαιος θάνατός της προκάλεσε κύμα οργής σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ο Φένεκ συνελήφθη πριν από επτά χρόνια. Ύστερα από πολυάριθμες αναβολές και την αποφυλάκισή του με εγγύηση τον περασμένο Φεβρουάριο, καθώς είχε λήξει το ανώτατο χρονικό όριο προφυλάκισής του, η δίκη του ξεκίνησε το πρωί της Τετάρτης στο Δικαστικό Μέγαρο της Βαλέτας.

Ο κατηγορούμενος, φορώντας σκούρο μπλε κοστούμι και γυαλιά, δήλωσε αθώος.

Ο Φένεκ αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες: συνέργεια στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία της Καρουάνα Γκαλίτσια και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης ή συνεργασία με άλλα πρόσωπα στη Μάλτα με σκοπό τη διάπραξη εγκλήματος.

Είναι ένας από τους επτά άνδρες που οι εισαγγελικές αρχές θεωρούν ότι συμμετείχαν στη δολοφονία και ο τελευταίος που οδηγείται σε δίκη. Πέντε από τους επτά έχουν ήδη καταδικαστεί, ενώ ένας έλαβε χάρη με αντάλλαγμα την κατάθεσή του.

Λόγω ανησυχιών για το έντονο ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης και την πιθανή επίδρασή του στους ενόρκους, οι δύο πλευρές χρειάστηκαν πέντε ώρες για να συμφωνήσουν στη σύνθεση του σώματος των ενόρκων, ενώ όσοι είχαν κληθεί περίμεναν έξω από την αίθουσα μέχρι να ακουστεί το όνομά τους. Μάλιστα, χρειάστηκε η επέμβαση των αρχών όταν μία αναπληρωματική ένορκος λιποθύμησε, καθώς η θερμοκρασία έφτανε τους 33 βαθμούς Κελσίου.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Μάλτας, οι ένορκοι θα παραμείνουν απομονωμένοι καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, διαμένοντας σε ξενοδοχείο και χωρίς πρόσβαση σε υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα ή έξυπνα ρολόγια.

Η διαδικασία ξεκίνησε με την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, το οποίο συνοψίζει τις κατηγορίες της εισαγγελίας.

Οι ένορκοι άκουσαν ότι λίγο πριν από τις 15:00 της 16ης Οκτωβρίου 2017, το αυτοκίνητο της Καρουάνα Γκαλίτσια εξετράπη της πορείας του και κατέληξε σε χωράφι, καθώς εκείνη έφευγε από το σπίτι της στο χωριό Μπιντνίγια.

Σύμφωνα με την εισαγγελία, κάτω από το κάθισμα του οδηγού είχε τοποθετηθεί ισχυρός εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε κουτί παπουτσιών για παιδιά. Οι φερόμενοι ως βομβιστές είχαν διαρρήξει το όχημα το προηγούμενο βράδυ, ύστερα από εβδομάδες παρακολούθησης των κινήσεών της. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι οι δράστες πληρώθηκαν με 150.000 ευρώ για την εκτέλεση της επίθεσης.

Ο γιος της, Μάθιου Καρουάνα Γκαλίτσια, που βρισκόταν μαζί της στο σπίτι, ήταν ο πρώτος που έφτασε στο σημείο και εντόπισε τα λείψανά της μέσα στο φλεγόμενο όχημα. Η δημοσιογράφος ήταν 53 ετών.

Το κατηγορητήριο αναφέρει ότι το σχέδιο δολοφονίας καταστρώθηκε τον Απρίλιο του 2017. Ο Φένεκ φέρεται να τηλεφώνησε στον φίλο του, Μελβιν Θεούμα, οδηγό ταξί και παράνομο bookmaker, ζητώντας του να τον συναντήσει κοντά στο Hilton, όπου ο Θεούμα είχε εξασφαλίσει προνομιακή θέση για την παραλαβή πελατών του ξενοδοχείου.

Σύμφωνα με την εισαγγελία, ο Φένεκ ζήτησε από τον Θεούμα να βρει κάποιον για να σκοτώσει την Καρουάνα Γκαλίτσια. Μάλιστα, του υπέδειξε και έναν πιθανό εκτελεστή, τον Τζορτζ Ντετζιόρτζιο, γνωστή μορφή του υποκόσμου που δραστηριοποιούνταν σε αποθήκη στα λιμάνια της Μάρσα, απέναντι από τη Βαλέτα. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι ο Φένεκ ήθελε τη δημοσιογράφο νεκρή επειδή επρόκειτο να δημοσιεύσει αποκαλύψεις για τον θείο του.

Αφού ο Θεούμα επικοινώνησε με τον Τζορτζ και τον αδελφό του, Άλφρεντ Ντετζιόρτζιο, συμφωνήθηκε αμοιβή 150.000 ευρώ, εκ των οποίων οι 30.000 θα καταβάλλονταν προκαταβολικά. Ωστόσο, όταν προκηρύχθηκαν γενικές εκλογές για τις 3 Ιουνίου, ο Φένεκ φέρεται να ανέστειλε προσωρινά το σχέδιο. Δύο εβδομάδες μετά την επανεκλογή της κυβέρνησης των Εργατικών, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έδωσε εντολή να προχωρήσει η δολοφονία και παρέδωσε προσωπικά στον Θεούμα φάκελο με τα χρήματα.

Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες και οι μήνες, ο Φένεκ πίεζε να εκτελεστεί το σχέδιο, ισχυρίζεται η εισαγγελία, λέγοντας αυτή τη φορά ότι η δημοσιογράφος επρόκειτο να δημοσιεύσει αποκαλύψεις που τον αφορούσαν προσωπικά.

Αρχικά οι εκτελεστές εξέτασαν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν τουφέκι, όμως τελικά αποφάσισαν να τοποθετήσουν βόμβα. Ο εκρηκτικός μηχανισμός ήταν συνδεδεμένος με σύστημα ενεργοποίησης μέσω κινητού τηλεφώνου και πυροδοτήθηκε εξ αποστάσεως από τον Τζορτζ Ντετζιόρτζιο, ο οποίος έστειλε γραπτό μήνυμα ενώ βρισκόταν στο τιμόνι του σκάφους του στο Μεγάλο Λιμάνι.

Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, ο Άλφρεντ Ντετζιόρτζιο πήγε στο γκαράζ του Θεούμα για να παραλάβει τα χρήματα, σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Ο Θεούμα του έδωσε ακόμη 5.000 ευρώ για έξοδα, μεταξύ των οποίων και η αγορά ενός ζευγαριού ισχυρών κυαλιών. Η εισαγγελία υποστηρίζει επίσης ότι ο Φένεκ κατέβαλε «δεκάδες χιλιάδες ευρώ» για τα δικαστικά έξοδα των αδελφών Ντετζιόρτζιο μετά τη σύλληψή τους.

Οι αδελφοί Ντετζιόρτζιο και ο συνεργός τους, Βίνσεντ Μούσκατ, συνελήφθησαν λίγο αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, ύστερα από τηλεοπτικά μεταδιδόμενη επιχείρηση στην αποθήκη όπου βρίσκονταν.

Οι ένορκοι άκουσαν ακόμη ότι ο ίδιος ο Θεούμα συνελήφθη στις 14 Νοεμβρίου 2019 κρατώντας ένα κουτί παγωτού, μέσα στο οποίο υπήρχαν USB με αντίγραφα συνομιλιών που, όπως υποστηρίζει, είχε καταγράψει κρυφά με τον Φένεκ. Η εισαγγελία βασίζεται σε αυτές τις ηχογραφήσεις, ενώ η υπεράσπιση του Φένεκ αμφισβητεί την ερμηνεία τους και υποστηρίζει ότι η κατάθεση του Θεούμα περιέχει «μισές αλήθειες» και «κατάφωρα ψεύδη».

Το κατηγορητήριο κατονομάζει επανειλημμένα τον Φένεκ ως τον άνθρωπο που συνέλαβε το σχέδιο δολοφονίας της Καρουάνα Γκαλίτσια και χρηματοδότησε όσους ανέλαβαν να το εκτελέσουν.

Ο γενικός εισαγγελέας έχει ζητήσει την επιβολή ισόβιας κάθειρξης για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και ποινή κάθειρξης από 20 έως 30 χρόνια για τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης.

Η υπόθεση προκάλεσε βαθιά πολιτική και συνταγματική κρίση στη Μάλτα, απειλώντας ακόμη και την επιβίωση της κυβέρνησης. Ο τότε πρωθυπουργός Τζόζεφ Μούσκατ – ο οποίος δεν συγγενεύει με τον Βίνσεντ Μούσκατ – παραιτήθηκε λίγο μετά τη σύλληψη του Φένεκ, αποχωρώντας από το αξίωμά του τον Δεκέμβριο του 2019.

Ο Βίνσεντ Μούσκατ καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξης και έλαβε προεδρική χάρη αφού ομολόγησε την ενοχή του για όλες τις κατηγορίες, μεταξύ αυτών και την εκ προθέσεως ανθρωποκτονία, καταθέτοντας εναντίον των αδελφών Ντετζιόρτζιο. Εκείνοι αρχικά δήλωσαν αθώοι, όμως την πρώτη ημέρα της δίκης τους, τον Οκτώβριο του 2022, άλλαξαν στάση και παραδέχθηκαν την ενοχή τους. Στο πλαίσιο συμφωνίας με την εισαγγελία, η ποινή τους μειώθηκε από ισόβια σε 40 χρόνια κάθειρξης.

Δύο ακόμη άνδρες, οι Ρόμπερτ Ατζιους και Τζέιμι Βέλα, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι προμήθευσαν τη βόμβα, καταδικάστηκαν σε ισόβια τον Ιούνιο του 2025, χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους ή άλλης μορφής πρόωρης αποφυλάκισης.

Ο Θεούμα ζει από το 2019 υπό καθεστώς προστασίας μαρτύρων.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή