Ο πραγματικός «Ιντιάνα Τζόουνς» που βρήκε τη χαμένη πόλη των Ίνκας
Μισό αιώνα μετά την πεποίθηση ότι το Μάτσου Πίτσου ήταν η θρυλική Βιλκαμπάμπα, ο Τζιν Σαβόι αποκάλυψε το τελευταίο καταφύγιο της αυτοκρατορίας των Ίνκας
Το 1911, ένας Αμερικανός καθηγητής ισχυρίστηκε ότι είχε ανακαλύψει, βαθιά στις Περουβιανές Άνδεις, το αρχαίο ορεινό οχυρό του τελευταίου βασιλιά των Ίνκας. Ωστόσο, 53 χρόνια αργότερα, ένας άλλος εξερευνητής απέδειξε ότι έκανε λάθος – και λίγο αργότερα, ένα συνεργείο του BBC ακολούθησε τα ίχνη του.
«Κανείς πλέον δεν αμφισβητεί ότι αυτή ήταν η τοποθεσία της αρχαίας Βιλκαμπάμπα». Έτσι έγραψε ο ακαδημαϊκός του Γέιλ που το 1911 έκανε παγκοσμίως γνωστά τα περουβιανά ερείπια του Μάτσου Πίτσου. Ο Χάιραμ Μπίνγκαμ Γ΄ επιστρατεύτηκε από ντόπιους για να αναζητήσει μια χαμένη πόλη των Ίνκας, για την οποία ο θρύλος έλεγε ότι έκρυβε αμύθητους θησαυρούς – και ο ίδιος πίστευε ακράδαντα ότι αυτό ακριβώς είχε βρει.
Ωστόσο, 50 χρόνια αργότερα, η πεποίθηση του Μπίνγκαμ αμφισβητήθηκε από έναν άλλο Αμερικανό εξερευνητή, που είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «ο πραγματικός Ιντιάνα Τζόουνς». Τον Αύγουστο του 1964, ο Τζιν Σαβόι υποστήριξε ότι είχε ανακαλύψει την ίδια χαμένη πόλη – περίπου 60 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μάτσου Πίτσου. Πίστευε ότι η αποστολή του είχε εντοπίσει το ορεινό οχυρό του τελευταίου βασιλιά των Ίνκας στο Εσπίριτου Πάμπα («Πεδιάδα των Πνευμάτων» ή Βιλκαμπάμπα), ένα σύμπλεγμα ερειπίων μέσα σε απομονωμένα νεφελώδη δάση, ψηλά πάνω από έναν παραπόταμο του Αμαζονίου.
Μόλις έξι εβδομάδες μετά την ανακάλυψη του Σαβόι, ένα συνεργείο του BBC ακολούθησε τα βήματά του, ταξιδεύοντας με φουσκωτή λέμβο μέσα από ορμητικά νερά – όπου μάλιστα ανατράπηκαν –, ανεβαίνοντας απότομες πλαγιές φαραγγιών με μουλάρια και ανοίγοντας δρόμο μέσα στη ζούγκλα για να φτάσουν στην τοποθεσία. «Σκόρπιες πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει στη διαδρομή τούς έκαναν να αμφιβάλλουν για ορισμένους από τους ισχυρισμούς του Σαβόι», αποκάλυψε ο παρουσιαστής. «Όμως, αφού είχαν φτάσει τόσο μακριά, έπρεπε να συνεχίσουν και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια».
Το διακύβευμα ήταν μεγάλο. Ίσως να ανακάλυπταν «την καρδιά μιας άγνωστης πόλης, όπου φαίνεται πιθανό ότι ο τελευταίος αυτοκράτορας των Ίνκας συγκέντρωσε ό,τι είχε απομείνει από τον λαό του».
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Βιλκαμπάμπα —που στη γλώσσα Κέτσουα, μια αρχαία γλώσσα των αυτόχθονων πληθυσμών, σημαίνει «ιερή πεδιάδα»— είχε μετατραπεί σε μια μυθική πόλη, ριζωμένη στον θρύλο όσο και στην ιστορία. Αφού απέτυχε να εμποδίσει τους Ισπανούς κονκισταδόρες να καταλάβουν την πρωτεύουσά του, το Κούσκο, το 1536, ο βασιλιάς των Ίνκας Μάνκο οδήγησε τον ηττημένο λαό του στα βουνά.
Εκεί, σύμφωνα με τις διηγήσεις, μερικές χιλιάδες από αυτούς έχτισαν παλάτια και ναούς στη νέα, εξόριστη πρωτεύουσα του Μάνκο, όπου εκείνος είχε μεταφέρει τους χρυσούς θησαυρούς του, τα αστραφτερά είδωλά του και τις μούμιες των προγόνων του.
Σύμφωνα με τον μοναχό του 16ου αιώνα Μαρτίν ντε Μουρούα, ο οποίος κατέγραψε την ισπανική κατάκτηση του Περού, «οι Ίνκας απολάμβαναν σε εκείνη τη μακρινή, ή μάλλον εξόριστη, γη ελάχιστα λιγότερες από τις πολυτέλειες, το μεγαλείο και τη λαμπρότητα του Κούσκο».
Πέρα από τόπος εξορίας, η Βιλκαμπάμπα υπήρξε επίσης κέντρο της αντίστασης των Ίνκας, όπου σχεδίαζαν ανταρτοπόλεμο εναντίον των Ισπανών και υποκινούσαν εξεγέρσεις σε πιο απομακρυσμένες περιοχές. Ωστόσο, το 1572, αντιμέτωποι με εισβολή, οι Ίνκας πυρπόλησαν την πόλη και διέφυγαν.
Η τελευταία πρωτεύουσα των Ίνκας καταβροχθίστηκε από τη ζούγκλα — και η τοποθεσία της παρέμεινε μυστήριο για αιώνες.
Αναζητώντας τη θρυλική χαμένη πόληΤο 1909, Περουβιανοί γαιοκτήμονες είχαν επιστρατεύσει τον Μπίνγκαμ για να εξακριβώσει αν ένα μέρος γνωστό ως Τσοκεκιράο («λίκνο του χρυσού») ήταν η θρυλική χαμένη πόλη. Ο 34χρονος, ο οποίος αργότερα έγινε γερουσιαστής των ΗΠΑ, ήταν επίκουρος καθηγητής Ιστορίας της Λατινικής Αμερικής και έτυχε να ταξιδεύει στην περιοχή. Δεν ήταν αρχαιολόγος ούτε αναζητούσε ερείπια των Ίνκας.
Όμως ένας τοπικός κυβερνητικός αξιωματούχος, ο Χουάν Χοσέ Νούνιες, νομάρχης του Απουρίμακ, δεν δεχόταν το «όχι» ως απάντηση.
«Ο Νούνιες επέμενε ότι, αφού ήμουν διδάκτορας, κάτοχος PhD, θα έπρεπε να γνωρίζω τα πάντα για την αρχαιολογία και να μπορώ να του πω πόσο σημαντικό ήταν το Τσοκεκιράο ως τοποθεσία όπου θα μπορούσαν να βρίσκονται θαμμένοι θησαυροί», έγραψε ο Μπίνγκαμ. «Η διαμαρτυρία μου ότι είχε λανθασμένη εκτίμηση για τις αρχαιολογικές μου γνώσεις θεωρήθηκε από εκείνον απλώς απόδειξη μετριοφροσύνης».
Ο Μπίνγκαμ αποκάλυψε στη συνέχεια: «Γνώριζα ελάχιστα για τους Ίνκας». Αντί γι’ αυτό, βασίστηκε σε ένα βιβλίο που είχε εκδώσει η Βρετανική Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία, με τίτλο «Hints to Travellers», το οποίο περιείχε συμβουλές για το τι έπρεπε να κάνει κανείς όταν βρισκόταν μπροστά σε έναν αρχαιολογικό χώρο.
Παρότι ήταν δύσπιστος ως προς το αν υπήρχε πράγματι χρυσός στο Τσοκεκιράο ή αν επρόκειτο για τη θρυλική χαμένη πόλη, ο Μπίνγκαμ εμπνεύστηκε από το ταξίδι του και το 1911 ηγήθηκε μιας αποστολής του Γέιλ με στόχο να εντοπίσει το τελευταίο καταφύγιο των Ίνκας. «Φαινόταν να υπάρχει μια άγνωστη περιοχή πίσω από τις οροσειρές, η οποία ίσως έκρυβε μεγάλες δυνατότητες. Ίσως εκεί να ήταν κρυμμένη η πρωτεύουσα του Μάνκο», είπε.
Στην πραγματικότητα, οδηγοί είχαν μεταφέρει τον Μπίνγκαμ στην τοποθεσία που θα ταυτοποιούσε ο Σαβόι 50 χρόνια αργότερα, 150 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Κούσκο. Όμως, αντιμέτωπος με κακές καιρικές συνθήκες, με τα τρόφιμα να λιγοστεύουν και τους αχθοφόρους του να απειλούν ότι θα εγκαταλείψουν την αποστολή, έφυγε γρήγορα από την περιοχή και στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε ανακαλύψει τη χαμένη πόλη στο Μάτσου Πίτσου.
Ένας ακόμη τολμηρός εξερευνητής αναλαμβάνει την αποστολή
Το 1964, ο Σαβόι —ένας 37χρονος εξερευνητής από το Πόρτλαντ του Όρεγκον— έφτασε στην περιοχή κοντά στο Εσπίριτου Πάμπα μαζί με τον Περουβιανό εξερευνητή Αντόνιο Σανταντέρ Κασέλι. Αρχικά, οι ντόπιοι αρνήθηκαν να τους οδηγήσουν στην τοποθεσία, φοβούμενοι έναν φυλετικό θρύλο σύμφωνα με τον οποίο οι θεοί θα σκότωναν όποιον αποκάλυπτε πού βρισκόταν. Ύστερα από μεγάλη επιμονή, οι Περουβιανοί οδήγησαν τον Σαβόι και τον Σανταντέρ στα καλυμμένα με βρύα ερείπια της Βιλκαμπάμπα.
«Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας», είπε ο Σαβόι. «Κάθε μέρα, τα πράγματα γίνονταν όλο και πιο εντυπωσιακά».
Ο Σαβόι και ο Σανταντέρ εντόπισαν ερείπια απλωμένα σε τρία ορεινά οροπέδια, ανάμεσά τους ένα παλάτι, κτίρια από γρανίτη και ασβεστόλιθο, καθώς και κρήνες — μόνο το πρώτο οροπέδιο είχε έκταση περίπου τετραπλάσια από εκείνη του Μάτσου Πίτσου. Η εξερεύνηση της περιοχής οδήγησε τον Σαβόι στην πεποίθηση ότι «η τοποθεσία ήταν ένα καταφύγιο που χρησιμοποιούσαν οι τελευταίοι Ίνκας, οι οποίοι βρίσκονταν στη δίνη της τελικής τους σύγκρουσης με τους νέους κατακτητές». Ωστόσο, έπειτα από μόλις δύο εβδομάδες, οι οδηγοί τους άρχισαν να αποχωρούν, φοβούμενοι τις φυλετικές δοξασίες. «Κανονικά ήταν φιλικοί και χαμογελαστοί», είπε ο Σαβόι. «Όταν όμως τους πήγαμε μέσα σε εκείνα τα δάση, άλλαξαν». Έτσι αποφάσισαν να φύγουν και να επιστρέψουν αργότερα για περαιτέρω έρευνες.
Μόλις έξι εβδομάδες μετά την αποστολή τους, ένα συνεργείο του BBC πραγματοποίησε το ίδιο ταξίδι. «Για 400 χρόνια, ελάχιστοι Ευρωπαίοι είχαν περάσει από εκεί, πόσο μάλλον κάποιος με κινηματογραφική κάμερα», έγραψε ο Τόνι Μόρισον, σκηνοθέτης της ταινίας που γυρίστηκε για τη σειρά “Adventure” του BBC με τον Ντέιβιντ Ατένμπορο. «Ύστερα από μία εβδομάδα εξαντλητικής πεζοπορίας και μια μεγάλη κατάβαση μέσα σε πυκνό ορεινό δάσος, συχνά μουσκεμένο από τη βροχή, φτάσαμε στα ερείπια του οικισμού των Ίνκας».
Η ζούγκλα είχε προστατεύσει την πόλη επί αιώνες, αναγκάζοντας όσους επιχειρούσαν να την εξερευνήσουν να ανοίγουν δρόμο κόβοντας καπόκ, αναρριχώμενα φυτά, κληματίδες και φτέρες. Σύμφωνα με μία αναφορά, «τεράστια δέντρα είχαν τυλίξει με τις ρίζες τους τα τείχη και τις αναβαθμίδες, ενώ τα κλαδιά τους μπλέκονταν με κληματίδες τόσο χοντρές και ανθεκτικές όσο τηλεφωνικά καλώδια».
«Μισώ αυτή την καταραμένη ζούγκλα», είπε ο Σαβόι, προσθέτοντας ωστόσο: «Θα προτιμούσα να πεθάνω εκεί έξω παρά να μην εξερευνώ».