Γιατί η σύνοδος κορυφής Τραμπ-Σι μπορεί να είναι περισσότερο θέαμα παρά ουσία
Σε ανάλυσή του, το CNN εξετάζει τη σημασία της συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, αλλά και τα περιορισμένα περιθώρια για μια πραγματικά μεγάλη συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου
Snapshot
- Η σύνοδος κορυφής Τραμπ-Σι χαρακτηρίζεται περισσότερο επιδεικτική παρά προοδευτική, χωρίς να αναμένονται σημαντικές συμφωνίες για θέματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη.
- Οι ΗΠΑ και η Κίνα διατηρούν χαμηλές προσδοκίες για ουσιαστική συνεργασία, λόγω διαφορών στα πολιτικά συστήματα και ανταγωνιστικών συμφερόντων, ειδικά στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
- Ο Τραμπ δίνει έμφαση στον συμβολισμό και τις προσωπικές σχέσεις με τον Σι, ενώ ο Κινέζος ηγέτης ακολουθεί μακροπρόθεσμη και πιο συγκρατημένη διπλωματική στρατηγική.
- Η ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και οι στρατιωτικές εφαρμογές της αυξάνουν την πολυπλοκότητα των διαπραγματεύσεων, με τον Τραμπ να απορρίπτει παγκόσμιους ελέγχους στην τεχνολογία.
- Παρά τις διαφορές, υπάρχει περιορισμένη επικοινωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για την τεχνητή νοημοσύνη, όπως η συζήτηση δημιουργίας γραμμής επικοινωνίας για την αντιμετώπιση σχετικών κινδύνων.
Οι θερμές δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ δείχνουν ότι βρίσκεται μπροστά μας μια σημαντική στιγμή για τις σχέσεις των δύο ισχυρότερων δυνάμεων του κόσμου.
Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, ο Τραμπ βρέθηκε στην Κοινή Βάση Άντριους για να υποδεχθεί προσωπικά τον Σι, ο οποίος έφτασε την Τετάρτη για διήμερη επίσκεψη. Οι δύο ηγέτες συνομίλησαν μαζί με τις συζύγους τους και στη συνέχεια περπάτησαν δίπλα-δίπλα στο κόκκινο χαλί.
Η τελετή, ωστόσο, είχε και μια απρόοπτη στιγμή, όταν ένα αεροσκάφος που πραγματοποιούσε πτήση πάνω από την περιοχή πέρασε με εκκωφαντικό θόρυβο την ώρα της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου, προκαλώντας την αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος τινάχτηκε και έκανε μια γκριμάτσα.
Η εικόνα έδινε την εντύπωση ότι δύο ηγέτες των ισχυρότερων χωρών του κόσμου συναντώνται για να καθορίσουν την πορεία του πλανήτη. Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ΗΠΑ και Κίνα εισέρχονται σε ένα νέο τεχνολογικό μέτωπο, την ώρα που κορυφαίοι παράγοντες της βιομηχανίας προειδοποιούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε σύντομα να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Για τα... μάτια του κόσμου η συνάντηση
Ωστόσο, η μεγαλοπρέπεια της συνάντησης μπορεί να είναι παραπλανητική. Η επίσκεψη του Σι δεν θυμίζει τις ιστορικές συνόδους κορυφής του προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν με τον Σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για την αποκλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου.
Καταρχάς, η συνάντηση αναμένεται να ολοκληρωθεί χωρίς κάποια μεγάλη συμφωνία για την προστασία της ανθρωπότητας, αντίστοιχη με τις συμφωνίες για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων τη δεκαετία του 1980.
Σήμερα, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να περιλαμβάνει περιορισμούς στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ή αμοιβαία διαφάνεια μεταξύ των τεχνολογικών βιομηχανιών ΗΠΑ και Κίνας, με στόχο την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την ενίσχυση της ασφάλειας.
Η (μικρή) πιθανότητα μιας έκπληξης
Υπάρχει βέβαια πάντα το ενδεχόμενο η σύνοδος κορυφής να επιφυλάξει μια έκπληξη. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει να παρακαμφθούν οι παραδοσιακοί διπλωματικοί κώδικες της Κίνας, οι οποίοι απαιτούν εκτεταμένες διαπραγματεύσεις πριν από μια συνάντηση κορυφής, ώστε να διασφαλιστούν εκ των προτέρων τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Έτσι, ένα καλό αποτέλεσμα θα ήταν, στην πράξη, η παράταση της διμερούς εμπορικής εκεχειρίας που ανακοινώθηκε το βράδυ της Τετάρτης, η έναρξη νέων προσπαθειών για τη σταθεροποίηση των σχέσεων Ουάσινγκτον και Πεκίνου και ορισμένες περιορισμένης κλίμακας πρωτοβουλίες για την τεχνητή νοημοσύνη, τις ροές φαιντανύλης, το εμπόριο και την αποτροπή στρατιωτικών συγκρούσεων.
Γιατί οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές
Γιατί όμως οι προσδοκίες είναι τόσο περιορισμένες, ειδικά την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος παρακολουθεί ΗΠΑ και Κίνα να ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία στον αγώνα δρόμου για την τεχνητή νοημοσύνη;
Το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης αποτυπώνει χαρακτηριστικά το χάσμα μεταξύ των δύο αντιπάλων. Και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι μπορούν να επικρατήσουν και αντιλαμβάνονται τη σημασία της αναμέτρησης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. «Όποιος κερδίσει την τεχνητή νοημοσύνη, κερδίζει», όπως έχει δηλώσει ο Τραμπ.
Παράλληλα, και οι δύο χώρες αντιστέκονται σε ουσιαστικούς περιορισμούς σε έναν τομέα που θεωρούν ζωτικής σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα βρίσκεται πίσω από τις ΗΠΑ στον αγώνα για την τεχνητή νοημοσύνη και, ως εκ τούτου, δεν θα συμφωνούσε εύκολα σε μια αμοιβαία επιβράδυνση της ανάπτυξης του κλάδου. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει συνήθως κάθε προσπάθεια περιορισμού της τεχνολογικής του προόδου ως μέρος μιας δυτικής στρατηγικής που επιχειρεί να εμποδίσει την άνοδο της Κίνας και να της στερήσει τη θέση που θεωρεί ότι δικαιούται στην παγκόσμια σκηνή.
Παράλληλα, η διαφορά χαρακτήρα μεταξύ του απρόβλεπτου και αυτοσχεδιαστικού Τραμπ και του περισσότερο μεθοδικού Σι δεν ευνοεί τις αυθόρμητες αποφάσεις.
Τα πολιτικά συστήματα των ΗΠΑ και της Κίνας είναι τόσο διαφορετικά, και οι δύο πλευρές έχουν λάβει ολοένα περισσότερα μέτρα για να περιορίσουν την επιρροή η μία της άλλης, ώστε τα περιθώρια για κοινό έδαφος παραμένουν περιορισμένα.
Και οι δύο πλευρές επιθυμούν να αποφύγουν μια νέα κλιμάκωση, χωρίς όμως να έχουν ισχυρό κίνητρο να προχωρήσουν σε παραχωρήσεις.
Η πτώση των ποσοστών δημοτικότητας του Τραμπ στις δημοσκοπήσεις, εν μέσω του πολέμου με το Ιράν, απειλεί να επηρεάσει την παγκόσμια επιρροή του. Πέρυσι, άλλωστε, διαπίστωσε ότι οι κινεζικές απειλές για περιορισμό των εξαγωγών σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εμπορική του επίθεση.
Ο Σι, από την άλλη, δεν έχει να αντιμετωπίσει την πίεση των ψηφοφόρων στο εσωτερικό, καθώς το πολιτικό σύστημα της Κίνας λειτουργεί διαφορετικά. Παράλληλα, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με την κρίση στην αγορά ακινήτων και ευρύτερα οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας.
Τα όρια της διπλωματίας του Τραμπ στις συνόδους κορυφής
Για να είμαστε δίκαιοι με τον Τραμπ, οι περισσότερες διεθνείς σύνοδοι κορυφής δεν αποδίδουν όσα αναμένουν οι συμμετέχοντες. Οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών ΗΠΑ και Κίνας πραγματοποιούνται, άλλωστε, υπό τη σκιά των ιστορικών συναντήσεων της δεκαετίας του 1970 μεταξύ του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον και του Μάο Τσε Τουνγκ.
Παρόλα αυτά, ο Τραμπ συχνά δίνει την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για το θέαμα των συνόδων κορυφής των παγκόσμιων ηγετών παρά για τα απτά αποτελέσματά τους. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους και οι συναντήσεις με τον Σι αυτή την εβδομάδα ενδέχεται να οδηγήσουν σε λίγα συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Οι υψηλού προφίλ συναντήσεις του με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν κατά την πρώτη του θητεία, αλλά και η περσινή συνάντησή του στην Αλάσκα με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, απέφεραν περιορισμένα απτά αποτελέσματα, πέρα από τις εικόνες του Τραμπ στο πλευρό ισχυρών ηγετών τους οποίους ο ίδιος φαίνεται να θαυμάζει.
Ο Αμερικανός πρόεδρος προσβλέπει εδώ και μήνες στην επίσκεψη του Σι και αναμένεται να δώσει ιδιαίτερη σημασία στον συμβολισμό του κόκκινου χαλιού, τον οποίο είχε εκλάβει ως ένδειξη προσωπικού σεβασμού όταν είχε επισκεφθεί το Πεκίνο τον Μάιο.
Ο Τραμπ δεν είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που θεωρεί ότι οι προσωπικές σχέσεις με ξένους ηγέτες μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Σε περιόδους κρίσης, τέτοιοι δεσμοί μπορούν πράγματι να αποδειχθούν σημαντικοί.
Ο Lyle Goldstein, ανώτερος συνεργάτης και διευθυντής του Προγράμματος Ασίας στο think tank Defense Priorities, χαρακτήρισε τις συναντήσεις «καλό πράγμα», σημειώνοντας ότι η προσωπική διπλωματία μεταξύ Σι και Τραμπ συνέβαλε στη σταθεροποίηση των σχέσεων και στη μείωση των στρατιωτικών εντάσεων, μεταξύ άλλων και γύρω από την Ταϊβάν.
Παρόλα αυτά, ο Τραμπ έχει φτάσει την πεποίθησή του για τη σημασία των προσωπικών του σχέσεων με ξένους ηγέτες σε νέα επίπεδα.
Συχνά καυχιόταν, για παράδειγμα, για την «εξαιρετική σχέση» του με τον Σι κατά τις προεκλογικές συγκεντρώσεις του 2024, με έναν τρόπο που έδειχνε να μην ανταποκρίνεται στις βασικές ανησυχίες των Αμερικανών ψηφοφόρων.
Στο Πεκίνο, μίλησε ξανά με ενθουσιασμό για τη σχέση τους. «Είναι τιμή μου να είμαι φίλος σου», είπε ο Τραμπ στον οικοδεσπότη του. «Υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη σύνοδος κορυφής που έχει γίνει ποτέ».
Η αποφασιστικότητα του Τραμπ να προστατεύσει αυτό που θεωρεί προσωπικούς δεσμούς με ξένους ηγέτες τον οδηγεί ορισμένες φορές ακόμη και στο να βρίσκει δικαιολογίες για τις ενέργειές τους.
Τον Ιούλιο, για παράδειγμα, δήλωσε στους δημοσιογράφους, αναφερόμενος στις καταγγελίες για κινεζική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές του 2020: «Κάνουμε πράγματα και σε αυτούς, δεν είναι μονόδρομος».
Αυτόν τον μήνα, ο πρόεδρος υποβάθμισε επίσης τις καταγγελίες ότι το Πεκίνο είχε παράσχει στο Ιράν δορυφορικές εικόνες αμερικανικής βάσης στην Ιορδανία πριν από επίθεση σε αμερικανικά στρατεύματα. Η Κίνα διέψευσε το δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλούνταν ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους.
Ο Κινέζος ηγέτης, από την πλευρά του, σπάνια ανταποδίδει την προσωπική θέρμη του Τραμπ, δείχνοντας ότι ακολουθεί μια μακροπρόθεσμη διπλωματική στρατηγική που θα συνεχιστεί πολύ μετά την αποχώρηση του 47ου προέδρου των ΗΠΑ από το αξίωμα.
Πρώην αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι ο Σι είναι περισσότερο πρόθυμος να συμμετέχει σε απρογραμμάτιστες κατ' ιδίαν συζητήσεις σε σχέση με τον πιο συγκρατημένο προκάτοχό του, Χου Τζιντάο. Ωστόσο, εξακολουθεί να δεσμεύεται από τα πρωτόκολλα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και τα αυστηρά διπλωματικά εθιμοτυπικά.
Παράλληλα, έχει αποφύγει εμφανώς την υπερβολική κολακεία που χρησιμοποιούν άλλοι ηγέτες στην προσπάθειά τους να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ.
Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί τεράστιες προσδοκίες για Τραμπ και Σι
Η σύνοδος κορυφής Σι - Τραμπ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των πρόσφατων προειδοποιήσεων από προγραμματιστές και κορυφαία στελέχη του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης ότι τα προϊόντα που αναπτύσσονται θα μπορούσαν σύντομα να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο και να απειλήσουν την ανθρωπότητα.
Ωστόσο, την Τρίτη, ο Τραμπ αναφέρθηκε στην τεχνητή νοημοσύνη ως «υπερ-νοημοσύνη» και δήλωσε στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ότι «απορρίπτει πλήρως κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός παγκοσμιοποιημένου σχεδίου για τον έλεγχο» της τεχνολογίας.
Η ταχύτατη ανάπτυξη της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης σε στρατιωτικές εφαρμογές προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Οποιαδήποτε κίνηση είτε από το Πεκίνο είτε από την Ουάσινγκτον για τον περιορισμό της τεχνολογίας θα μπορούσε να προσφέρει στην αντίπαλη υπερδύναμη πιθανό πλεονέκτημα στο πεδίο της μάχης.
Η αντίθεση του Αμερικανού προέδρου σε οποιαδήποτε ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης έχει ήδη περιορίσει τις πιθανότητες μιας σημαντικής συμφωνίας ΗΠΑ - Κίνας στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Η Κίνα, από την πλευρά της, εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την άσκηση εξωτερικής πίεσης, αλλά έχει δείξει μεγαλύτερη διάθεση να συμμετάσχει στην οικοδόμηση θεσμικών δικλίδων ασφαλείας και μιας παγκόσμιας συναίνεσης για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, παραμένει ασαφές κατά πόσο είναι διατεθειμένη να προχωρήσει πέρα από τη ρητορική.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει υιοθετηθεί ευρέως στην Κίνα. Παράλληλα, το κλειστό πολιτικό σύστημα της χώρας σημαίνει ότι δεν έχει υπάρξει αντίστοιχη δημόσια συζήτηση και αντίδραση με αυτή που εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ κατά την προεκλογική περίοδο.
Την Τετάρτη, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, Φου Κονγκ, επιτέθηκε σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις «μεγάλες χώρες» - όπως αποκάλεσε τις ΗΠΑ — κατηγορώντας τες ότι δημιουργούν μια λογική «εμείς εναντίον αυτών» και ότι πιέζουν άλλες χώρες να χρησιμοποιήσουν τη δική τους τεχνολογία αντί της κινεζικής.
Παρόλα αυτά, φαίνεται να υπάρχει και από τις δύο πλευρές κάποια αναγνώριση της παγκόσμιας ανησυχίας για την τεχνητή νοημοσύνη.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε τη Δευτέρα στο CNBC ότι, πριν από τη σύνοδο κορυφής, ΗΠΑ και Κίνα συζητούσαν το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας γραμμής επικοινωνίας για περιστατικά που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να εντοπιστούν «οι βασικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη».