Ελληνοτουρκικά: Η Αθήνα δεν θέλει κρίση αλλά δεν φοβάται να απαντήσει αν χρειαστεί
Το μήνυμα του Μαξίμου απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις: Η Ελλάδα δεν επιδιώκει την ένταση και απεύχεται μια κρίση, αλλά δεν πρόκειται να ανεχθεί παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου – «Θα δώσει κάθε απάντηση που πρέπει» – Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν
Snapshot
- Η Ελλάδα δεν επιδιώκει κρίση με την Τουρκία αλλά δεν θα ανεχτεί παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και θα απαντήσει αν χρειαστεί.
- Η κυβέρνηση επιθυμεί τον διάλογο και τη διπλωματία, χωρίς όμως να υποχωρεί στις διεκδικήσεις της.
- Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προγραμματισμένη συνάντηση μεταξύ Μητσοτάκη και Ερντογάν, αλλά η Αθήνα παραμένει ανοιχτή σε μελλοντικό διάλογο.
- Η Ελλάδα ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ με στρατιωτικά μέσα και διεθνείς συμφωνίες για να στηρίξει τη διπλωματία της.
- Ο ενεργειακός σχεδιασμός, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, προχωρά παρά τις τουρκικές αντιδράσεις, με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επαναφέρει κινήσεις και πρωτοβουλίες που προκαλούν την Αθήνα, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να στείλει ένα διπλό μήνυμα: η Ελλάδα επιλέγει τον διάλογο και τη διπλωματία, αλλά δεν πρόκειται να μείνει αδρανής εάν η Τουρκία επιχειρήσει να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα από όσα ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η κυβέρνηση δεν θέλει να δημιουργήσει κλίμα ανησυχίας στην κοινωνία ούτε να οδηγήσει την κατάσταση σε μια νέα κρίση. Αντίθετα, όπως διαμηνύει, επιθυμεί να συνεχιστούν οι δίαυλοι επικοινωνίας και να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα πολιτικής και διπλωματικής διαχείρισης των εντάσεων.
Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα αποκλείει την αντίδραση εάν η κατάσταση ξεφύγει.
«Ελπίζω να μη φτάσουμε σε αυτό το σημείο»
Η πιο χαρακτηριστική αποστροφή του κυβερνητικού εκπροσώπου αφορά ακριβώς το ενδεχόμενο μιας αντίδρασης της Ελλάδας επί του πεδίου.
Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα θα έχει «κάθε αντίδραση και κάθε απάντηση που πρέπει να έχει», όπως έχει αποδείξει, όπως είπε, και σε προηγούμενες κρίσεις.
Την ίδια στιγμή, όμως, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να φτάσουν τα πράγματα σε αυτό το σημείο.
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της κυβερνητικής γραμμής: η Αθήνα θέλει να αποφύγει μια στρατιωτική ή θερμή αντιπαράθεση, χωρίς όμως να προαναγγέλλει ότι θα μείνει χωρίς απάντηση εάν υπάρξει πραγματική πρόκληση επί του πεδίου.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν μιλά για επιθετική στρατηγική, αλλά για αποτροπή και δυνατότητα αντίδρασης.
Διάλογος, αλλά όχι υποχώρηση
Στο Μέγαρο Μαξίμου επιμένουν ότι η επικοινωνία με την Τουρκία δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας.
«Διάλογος δεν σημαίνει υποχώρηση. Διάλογος σημαίνει διεκδίκηση», είναι η κυβερνητική θέση.
Η Αθήνα θέλει να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους με την Άγκυρα, καθώς θεωρεί ότι ακόμη και στις δύσκολες περιόδους η επικοινωνία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης.
Το γεγονός ότι η Ελλάδα συνομιλεί με την Τουρκία δεν σημαίνει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, ότι αποδέχεται τις τουρκικές θέσεις.
Αντιθέτως, το Μαξίμου υποστηρίζει ότι η χώρα συνομιλεί από θέση μεγαλύτερης ισχύος σε σχέση με το παρελθόν.
Δεν υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η διευκρίνιση για μια πιθανή νέα συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου ήταν ξεκάθαρη:
Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάτι προγραμματισμένο.
Η κυβέρνηση, πάντως, δεν κλείνει την πόρτα σε μια μελλοντική συνάντηση. Όπως εξήγησε ο Παύλος Μαρινάκης, η Αθήνα επί της αρχής είναι ανοιχτή στον διάλογο και επιθυμεί να συνεχίσει να έχει ανοιχτές τις πόρτες επικοινωνίας με την Τουρκία.
Άρα, το επόμενο τετ-α-τετ Μητσοτάκη–Ερντογάν δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή ειλημμένη απόφαση ή προγραμματισμένο γεγονός.
Εφόσον υπάρξει, θα εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική της κυβέρνησης για διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας.
Η κόκκινη γραμμή της Αθήνας
Παράλληλα με τον διάλογο, η κυβέρνηση επαναλαμβάνει τη βασική ελληνική θέση για το περιεχόμενο της ελληνοτουρκικής διαφοράς.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Παύλο Μαρινάκη, δεν πρόκειται να συζητήσει κάτι διαφορετικό από την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Αυτό αποτελεί την κεντρική κόκκινη γραμμή της Αθήνας.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης το σύνολο των τουρκικών διεκδικήσεων και επιμένει ότι η επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς μπορεί να γίνει μόνο μέσα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου.
Οι τουρκικές προκλήσεις δεν θα μείνουν χωρίς απάντηση
Η Αθήνα παρακολουθεί τις κινήσεις της Άγκυρας, με ιδιαίτερη προσοχή στις πρωτοβουλίες που αφορούν θαλάσσιες περιοχές και επιχειρούν να δημιουργήσουν νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τις τουρκικές κινήσεις που θεωρεί ότι παραβιάζουν ή επιχειρούν να παρακάμψουν το Διεθνές Δίκαιο.
Και εδώ επανέρχεται το μήνυμα της αποτροπής.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με την κυβέρνηση, δεν θα περιμένει απλώς να δει τι θα κάνει η Τουρκία. Έχει ήδη ενισχύσει τη στρατιωτική και διπλωματική της θέση και, εάν χρειαστεί, θα αντιδράσει.
Το σημαντικό, όμως, είναι ότι η Αθήνα δεν παρουσιάζει την αντίδραση ως επιδίωξη.
Το αντίθετο.
Την απεύχεται και θέλει να εξαντλείται κάθε δυνατότητα διπλωματικής διαχείρισης πριν η κατάσταση φτάσει σε επικίνδυνο σημείο.
Η ισχύς πίσω από τη διπλωματία
Το κυβερνητικό αφήγημα στηρίζεται στην άποψη ότι η σημερινή Ελλάδα έχει μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ.
Τα Rafale, οι Belharra, η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και οι συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο αποτελούν, σύμφωνα με την κυβέρνηση, μέρος μιας συνολικής στρατηγικής ενίσχυσης της χώρας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, τον οποίο η κυβέρνηση παρουσιάζει ως σημαντικό βήμα για την αποτύπωση των ελληνικών δικαιωμάτων και των δυνητικών ορίων της χώρας.
Το επιχείρημα της Αθήνας είναι ότι η διπλωματία έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν συνοδεύεται από πραγματική αποτρεπτική ισχύ.
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η επόμενη δοκιμασία
Σημαντικό κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών εξελίξεων αποτελεί και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι το έργο θα προχωρήσει με βάση τον σχεδιασμό του και με τη συμμετοχή γαλλικού ομίλου.
Η θέση αυτή δείχνει ότι η Αθήνα δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τον ενεργειακό και γεωστρατηγικό της σχεδιασμό λόγω των τουρκικών αντιδράσεων.
Παράλληλα, όμως, γνωρίζει ότι τέτοια έργα μπορούν να αποτελέσουν σημεία έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γι' αυτό και το μήνυμα της κυβέρνησης παραμένει διπλό: προχωράμε τον σχεδιασμό μας, αλλά δεν αναζητούμε σύγκρουση.
Η επόμενη μέρα στα ελληνοτουρκικά
Η Αθήνα βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση.
Θέλει να συνεχίσει τον διάλογο με την Τουρκία, αλλά δεν θέλει να δώσει την εικόνα ότι ο διάλογος οδηγεί σε υποχωρήσεις.
Θέλει να αποφύγει μια κρίση, αλλά ταυτόχρονα θέλει να καταστήσει σαφές ότι διαθέτει την ικανότητα να απαντήσει εάν χρειαστεί.
Θέλει ανοιχτούς διαύλους με τον Ερντογάν, αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση των δύο ηγετών.
Και κυρίως, θέλει να περάσει το μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν αναζητά την ένταση, αλλά ούτε πρόκειται να αποδεχθεί τετελεσμένα.
Η φράση που συνοψίζει την κυβερνητική γραμμή είναι ουσιαστικά μία:
Η Ελλάδα επενδύει στην ειρήνη και στον διάλογο, αλλά εάν χρειαστεί, θα δώσει την απάντηση που αρμόζει σε ένα ισχυρό κράτος.
Και αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει το Μαξίμου στην Άγκυρα: η Αθήνα θέλει να παραμείνουν τα νερά ήρεμα, αλλά δεν πρόκειται να θεωρήσει την ηρεμία συνώνυμη με την υποχώρηση.