Δίκη Βαλυράκη: Με αγόρευση της Ζωής Κωνσταντοπούλου συνεχίστηκε η διαδικασία
Ο εισαγγελέας έχει προτείνει την ενοχή των δύο κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία με δόλο κατά συναυτουργία
Snapshot
- Υπάρχει εισαγγελική πρόταση για ενοχή δύο κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία με δόλο στη δίκη για τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη το 2021.
- Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ως συνήγορος της οικογένειας, ανέλυσε εκτενώς το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens του 2011, που προήδρευσε ο Βαλυράκης.
- Η δικηγορία της Κωνσταντοπούλου εστιάζει στην αυστηρή αποδεικτική διαδικασία, την αμφισβήτηση της θεσμικής βεβαιότητας και την ανάγκη πλήρους αιτιολόγησης των αποφάσεων.
- Η υπόθεση χαρακτηρίζεται από μακρά δικαστική διαδρομή και αμφισβήτηση της αρχικής αρχειοθέτησης, με την οικογένεια να μιλά για πιθανή συγκάλυψη χωρίς όμως δικαστική απόφαση να το επιβεβαιώνει.
- Η μέθοδος της Κωνσταντοπούλου μετατρέπει την αμφιβολία σε θεσμική απαίτηση λογοδοσίας, ενισχύοντας τη δημοκρατική νομιμοποίηση και τον έλεγχο της εξουσίας.
Σχεδόν έξι χρόνια μετά τη δολοφονία του Σήφη Βαλυράκη και περίπου έναν χρόνο μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η δίκη για τη δολοφονία του αείμνηστου αγωνιστή της Δημοκρατίας βρίσκεται πλέον στην τελική της ευθεία.
Ο εισαγγελέας έχει προτείνει την ενοχή των δύο κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία με δόλο κατά συναυτουργία στη δίκη για τον θάνατο του πρώην υπουργού Σήφη Βαλυράκη, ο οποίος έχασε τη ζωή του τον Ιανουάριο του 2021 στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, στην 60η συνεδρία στη δίκη για την δολοφονία του Σήφη Βαλυράκη, προχώρησε σε μια αναλυτική αγόρευση, πιάνοντας το νήμα αρκετά χρόνια πίσω. Άνοιξε το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens του 2011, της οποίας προήδρευσε ο Βαλυράκης, και ανέσυρε αποσπάσματα.
Όπως αναφέρει ο Μάνος Λαμπράκης σε ανάρτησή του, το 2015, ως πρόεδρος της Βουλής και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, είχε επαναφέρει η ίδια τη Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και είχε καλέσει επανειλημμένα τον Βαλυράκη. Εκείνος προσήλθε τρεις φορές, μεταφέροντας το πραγματολογικό και πολιτικό υπόλοιπο μιας έρευνας που δεν θεωρούσε εξαντλημένη και μιας θεσμικής λογοδοσίας που παρέμενε ανοιχτή. Έντεκα χρόνια αργότερα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου άνοιξε ξανά το πόρισμά του, αυτή τη φορά ως συνήγορος της οικογένειάς του ενώπιον Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου.
Ο κ. Λαμπράκης παραθέτει στοιχεία για την γνωριμία του Σήφη Βαλυράκη με τον πατέρα της Ζωής, Νίκο Κωνσταντόπουλο, και εκθειάζει τον τρόπο με τον οποίο συνέδεσε τα χρονικά γεγονότα η δικηγόρος.
Σχολιάζει τη νέα διάσταση που έλαβε η υπόθεση Βαλυράκη μετά την αγόρευση της Ζωής Κωνσταντοπούλου και τη μακρά δικαστική διαδρομή που τελικά την οδήγησε στη σημερινή ακροαματική διαδικασία. Η οικογένεια και οι συνήγοροί της μιλούν για συγκάλυψη, έναν βαρύ ισχυρισμό που δεν πρέπει να συγχέεται με γεγονός ήδη διαπιστωμένο από δικαστική απόφαση, όπως σημειώνει ο κ. Λαμπράκης.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη:
Πολλά από όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αποδεικνύονται ανεπαρκή όταν τη βλέπεις να εργάζεται επί ώρες μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Σήμερα, στην 60η συνεδρία δίκη για την δολοφονία του Σήφη Βαλυράκη, άρχισε την αγόρευσή της από έναν χρόνο φαινομενικά ξένο προς το αποδεικτέο αντικείμενο της συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας.
Άνοιξε το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens του 2011, της οποίας προήδρευσε ο Βαλυράκης, και ανέσυρε αποσπάσματα χωρίς να καταφύγει σε αναδρομική συναισθηματοποίηση.
Το 2015, ως Πρόεδρος της Βουλής και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, είχε επαναφέρει η ίδια τη Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και είχε καλέσει επανειλημμένα τον Βαλυράκη. Εκείνος προσήλθε τρεις φορές, μεταφέροντας το πραγματολογικό και πολιτικό υπόλοιπο μιας έρευνας που δεν θεωρούσε εξαντλημένη και μιας θεσμικής λογοδοσίας που παρέμενε ανοιχτή.
Έντεκα χρόνια αργότερα, η ίδια γυναίκα άνοιγε ξανά το πόρισμά του, αυτή τη φορά ως συνήγορος της οικογένειάς του ενώπιον Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Η χρονική απόσταση σχεδόν κατέρρεε, καθώς ο κοινοβουλευτικός Βαλυράκης επέστρεφε μέσα στην ποινική δίκη όχι ως πολιτικό σύμβολο, αλλά ως το πρόσωπο πίσω από τη δικογραφική ιδιότητα του θύματος.
Πολύ πριν από τη Siemens, ο Βαλυράκης είχε γνωρίσει τον Νίκο Κωνσταντόπουλο ως πολιτικό κρατούμενο της δικτατορίας, όταν η κρατική ισχύς είχε αποδεσμευθεί από κάθε ουσιαστικό δικαιοκρατικό αυτοπεριορισμό. Στις φυλακές της Κέρκυρας ανήκει και η ιστορία της καρτ ποστάλ που, κατά τη δημόσια αφήγηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, είχε μεταφέρει η μητέρα της, Λίνα Αλεξίου. Ο Βαλυράκης την αξιοποίησε για την κατοπτεία του χώρου πριν από την απόδρασή του, μια λεπτομέρεια αρκετά ισχυρή ώστε να μη χρειάζεται καμία μεταγενέστερη μυθοποίηση. Μισόν αιώνα αργότερα, ο παλιός συγκρατούμενος βρίσκεται νεκρός και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος παρίσταται μαζί με την κόρη του για την οικογένεια εκείνου που μοιράστηκε μαζί του τον εγκλεισμό.
Η βιογραφική αυτή διαδρομή δεν παράγει αποδεικτικό προνόμιο, φωτίζει όμως μια καταγωγική σχέση με το Δίκαιο ως μηχανισμό αναχαίτισης της αυθαίρετης κρατικής ισχύος.
Εξηγεί ίσως και γιατί στη δικηγορία της Κωνσταντοπούλου η δυσπιστία απέναντι στην έτοιμη θεσμική βεβαιότητα δεν εμφανίζεται ως περιστασιακή στρατηγική, αλλά ως σταθερή μέθοδος.
Μέσα στο ακροατήριο διακρίνεται γρήγορα ό,τι η τηλεοπτική αναπαράσταση αποκόπτει συστηματικά από την ένταση της δημόσιας εικόνας της, την εξαιρετικά πυκνή τεχνική υποδομή αυτής της δικηγορίας. Κατοχή της δικογραφίας, μνημονική ανάκληση, χρονική ανακατασκευή, αντιπαραβολή καταθέσεων και ικανότητα εντοπισμού της μικρής πραγματολογικής ασυνέχειας που μπορεί να αποσταθεροποιήσει μια φαινομενικά συμπαγή αφήγηση. Μια φράση μάρτυρα παραμένει ενεργή μέχρι να ελεγχθεί απέναντι σε έγγραφο, τεχνικό δεδομένο, προηγούμενη κατάθεση ή διαφορετική εκδοχή του ίδιου περιστατικού.
Πρόκειται για σπάνια εργασία πάνω στη μικροσκοπική περιοχή όπου η ένδειξη διεκδικεί να γίνει απόδειξη και η πιθανότητα επιχειρεί να αποκτήσει την ποιότητα δικανικής πεποιθήσεως. Εκεί απαιτούνται αξιολόγηση αξιοπιστίας, εσωτερική και εξωτερική συνοχή, αιτιώδης συνάφεια και αποκλεισμός ανταγωνιστικών εκδοχών πριν η πραγματολογική ανακατασκευή μπορέσει να στηρίξει ασφαλή υπαγωγή.
Η Κωνσταντοπούλου είναι εξαιρετικά ισχυρή ακριβώς σε αυτή την περιοχή, επειδή αρνείται να χαρίσει στην επανάληψη το κύρος που μόνο η απόδειξη δικαιούται να παράγει.
Η κατάθεση του Αντώνη Σαμαρά τον περασμένο Ιούνιο έδειξε καθαρά αυτή τη μέθοδο, καθώς απέναντί της βρέθηκε ένας μάρτυρας με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος και προσωπική γνώση του Βαλυράκη. Ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε ότι είχε συνομιλήσει μαζί του λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του και εξέφρασε την κατάπληξή του για την αρχική αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η Κωνσταντοπούλου προχώρησε στο ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, στη δική του παρακολούθηση και στην πιθανή ερευνητική σημασία της τελευταίας επικοινωνίας με τον Βαλυράκη. Κανένας αιτιώδης σύνδεσμος δεν έχει αποδειχθεί μεταξύ παρακολουθήσεων και θανάτου, επομένως η μετατροπή της ερευνητικής υπόθεσης σε βεβαιότητα θα παραβίαζε την ίδια αποδεικτική πειθαρχία που απαιτείται από το δικαστήριο. Το ενδιαφέρον βρισκόταν ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο μια πιθανή ερευνητική κατεύθυνση παρέμενε ανοιχτή χωρίς να μεταμφιέζεται σε ήδη αποδεδειγμένο πραγματικό γεγονός. Και ο πρώην πρωθυπουργός, παρά το πολιτικό του εκτόπισμα, παρέμενε εκεί αυτό που οφείλει να είναι κάθε μάρτυρας ενώπιον ανεξάρτητης δικαιοδοτικής κρίσεως, φορέας ελεγχόμενης αποδεικτικής πληροφορίας.
Η Κωνσταντοπούλου γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη δημόσια διχοτομία θαυμασμού και αποστροφής που επί χρόνια οργανώνει την πρόσληψη του πολιτικού της προσώπου. Αντιλαμβάνεται την ποινική διαδικασία ως καθεστώς ελεγχόμενης γνωστικής αβεβαιότητας, όπου το ιστορικό συμβάν ανακατασκευάζεται εκ των υστέρων από ίχνη που υπόκεινται σε κανόνες αποδεικτικής νομιμότητας.
Το γεγονός όπως συνέβη, το γεγονός όπως μπορεί νομίμως να αποδειχθεί και το γεγονός όπως τελικά αποτυπώνεται στη δικαστική αιτιολογία δεν ταυτίζονται αναγκαστικά. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται δικαιώματα υπερασπίσεως, αντιφάσεις, αξιολογήσεις αξιοπιστίας, αποδεικτικά κενά και η απαγόρευση μετατροπής μιας ισχυρής πιθανολόγησης σε καταδικαστική βεβαιότητα. Γι’ αυτό το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων παραμένει ακέραιο μέχρι την ετυμηγορία, παρά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους.
Η ίδια δικαιοκρατική αρχιτεκτονική επιβάλλει όμως αποτελεσματική διερεύνηση ενός βίαιου θανάτου και επαρκή αιτιολόγηση κάθε απόφασης που αποκλείει μια ουσιώδη ερευνητική κατεύθυνση.
Η υπόθεση Βαλυράκη απέκτησε ακριβώς αυτή τη διάσταση μετά την αρχική αρχειοθέτηση και τη μακρά δικαστική διαδρομή που τελικά την οδήγησε στη σημερινή ακροαματική διαδικασία. Η οικογένεια και οι συνήγοροί της μιλούν για συγκάλυψη, έναν βαρύ ισχυρισμό που δεν πρέπει να συγχέεται με γεγονός ήδη διαπιστωμένο από δικαστική απόφαση.
Πολύ σημαντικότερο είναι το πρόβλημα που βρίσκεται από κάτω, η εξουσία ενός κρατικού μηχανισμού να κηρύσσει επαρκή τη γνώση που συγκέντρωσε και να περατώνει θεσμικά την αναζήτησή της.
Η αρχειοθέτηση δεν είναι ουδέτερη τεχνική πράξη, αφού αποκλείει ερευνητικές δυνατότητες, κατανέμει αξιοπιστία και εγκαθιστά μια συγκεκριμένη εκδοχή του πραγματικού στην κανονιστική μνήμη της πολιτείας. Η αμφισβήτησή της αποτελεί συνεπώς λειτουργία των ίδιων των διορθωτικών εγγυήσεων που το κράτος δικαίου κατασκευάζει απέναντι στην πιθανότητα δικής του πλάνης.
Η δικηγορία της Κωνσταντοπούλου γίνεται αναπόφευκτα πολιτική, επειδή μετατρέπει την αμφιβολία από ιδιωτική δυσπιστία σε θεσμικά αρθρωμένη απαίτηση λογοδοσίας.
Η δικηγόρος Κωνσταντοπούλου εξηγεί τελικά την πολιτικό πολύ περισσότερο από όσο η πολιτικός Κωνσταντοπούλου εξηγεί τη δικηγόρο. Η δυσπιστία προς την ανεξέλεγκτη εξουσία, η απαίτηση εξαντλητικής αιτιολογίας και η άρνηση της πρόωρης περάτωσης αποκτούν στο ακροατήριο συγκεκριμένο κανονιστικό και δικονομικό περιεχόμενο. Ακόμη και χαρακτηριστικά που στη δημόσια σφαίρα προσλαμβάνονται ως υπερβολή αλλάζουν μέτρο όταν υποτάσσονται στις απαιτήσεις μιας πολύωρης εξέτασης και στην αμείλικτη επαληθευσιμότητα της δικογραφίας. Εκεί η ρητορική χωρίς γνώση εξαντλείται γρήγορα, επειδή κάθε ισχυρισμός συναντά τελικά ένα έγγραφο, μια κατάθεση, μια ημερομηνία ή μια αντίφαση που απαιτεί ακριβή απάντηση. Η πολιτική της συγκρότηση μοιάζει τότε λιγότερο με ιδεολογικό πρόγραμμα και περισσότερο με συγκεκριμένη θεωρία δημοκρατικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με την οποία καμία εξουσία δεν αυτονομιμοποιείται απέναντι στον έλεγχο.
Πρόκειται για θέση απαιτητική και συχνά συγκρουσιακή, αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα στην αντιπλειοψηφική λογική του κράτους δικαίου, όπου η διαδικαστική εγγύηση υπάρχει ακριβώς για να δυσκολεύει την ισχύ.
Σήμερα, λοιπόν, δεν κράτησα μια «δυνατή εμφάνιση» της Ζωής Κωνσταντοπούλου, έκφραση υπερβολικά μικρή για να περιγράψει αυτό που μπορεί να σημαίνει η μαχόμενη δικηγορία στην πλήρη ανάπτυξή της. Κράτησα την πειθαρχία μιας νομικού που γνωρίζει ότι η δικανική αλήθεια δεν δωρίζεται από την ηθική πεποίθηση, αλλά κατασκευάζεται επώδυνα μέσα από απόδειξη, αντίκρουση και αιτιολογία. Κράτησα επίσης ένα πολιτικό πρόσωπο του οποίου η βαθύτερη ιδιοσυστασία γίνεται καθαρότερη όταν επιστρέφει στην πρωταρχική επαγγελματική του ιδιότητα και υποβάλλεται στους αυστηρούς περιορισμούς της.
Η Κωνσταντοπούλου δεν χρειάζεται μέσα στο δικαστήριο ούτε τον μύθο ούτε την πολιτική της εικόνα, επειδή διαθέτει κάτι πολύ δυσκολότερο να κατασκευαστεί επικοινωνιακά, πραγματική δικηγορική συγκρότηση. Και αυτό αξίζει να το δει κάποιος, έστω μία φορά, πριν αποφασίσει αν την αγαπά, την αντιπαθεί, συμφωνεί ή συγκρούεται πολιτικά μαζί της.
Και τότε καταλαβαίνει ότι πίσω από την οξύτητα βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη αξίωση περί Δημοκρατίας, καμία εξουσία να μη δικαιούται την τελευταία λέξη πριν υποχρεωθεί να αποδείξει ότι άκουσε όλες τις προηγούμενες.