«Το παρελθόν γίνεται ζωντανό όταν το πλησιάζεις - Μαθαίνουμε για ζωές που αλλιώς θα έμεναν άγνωστες»
Μια μέρα στη δουλειά με την αρχαιολόγο Μαρία Ρουμελιώτη.
Για τη Μαρία Ρουμελιώτη, η αρχαιολογία δεν ξεκίνησε σε ένα αμφιθέατρο ή σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα. Ξεκίνησε στην Ερέτρια, στις βόλτες με τη γιαγιά και τον παππού της, όταν σταματούσε για να παρατηρήσει τους αρχαιολόγους που εργάζονταν στις ανασκαφές. Η μυθολογία, οι οικογενειακές συζητήσεις για την ιστορία και η εικόνα ενός γείτονα αρχαιολόγου να μεταφέρει δεκάδες βιβλία στο νέο του σπίτι έγιναν οι πρώτες ψηφίδες μιας πορείας που αργότερα θα την οδηγούσε στην επιστημονική έρευνα.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε στα 22 της χρόνια, στην ανασκαφή του ιερού της Αμαρυνθίας Αρτέμιδος, στο πλαίσιο της συνεργασίας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας με την Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή. Ένα μικρό κομμάτι κεραμικής, το πρώτο εύρημα που έπιασε στα χέρια της, ήταν αρκετό για να μετατρέψει την παιδική περιέργεια σε επαγγελματική επιλογή. Ποιος το κατασκεύασε; Ποιοι το χρησιμοποίησαν; Σε ποια καθημερινότητα ανήκε; Για την ίδια, η αρχαιολογία αρχίζει ακριβώς από αυτά τα ερωτήματα: από την προσπάθεια να προσεγγίσεις ανθρώπινες ζωές μέσα από όσα άφησαν πίσω τους.
Στη συζήτησή της με το Newsbomb, η Μαρία Ρουμελιώτη αποδομεί την εικόνα του αρχαιολόγου που περιορίζεται στην ανασκαφή και στις μεγάλες ανακαλύψεις. Η καθημερινότητα του επαγγέλματος εκτείνεται από το πεδίο και τα εργοτάξια έως εργαστήρια, μουσεία, αρχεία, αποθήκες ευρημάτων και βιβλιοθήκες. Περιλαμβάνει ταξινόμηση, φωτογράφιση, τεκμηρίωση, μελέτη, σύνταξη εκθέσεων, βιβλιογραφική έρευνα και συνεργασία με επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων. Και, όπως εξηγεί, η μεγάλη ανακάλυψη μπορεί να μη βρίσκεται μόνο στο χώμα, αλλά και στη στιγμή που μια λεπτομέρεια από ένα ήδη γνωστό εύρημα αποκτά νέα σημασία.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες, τις συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας, τις μετακινήσεις και την εργασιακή αβεβαιότητα, η αρχαιολόγος επιμένει στη δημόσια αξία της έρευνας. Η πολιτιστική κληρονομιά, τονίζει, δεν αφορά μόνο το παρελθόν: συνδέεται με την εκπαίδευση, την πολιτιστική διπλωματία, την προστασία των μνημείων και την ανάγκη οι τοπικές κοινωνίες να γνωρίζουν τι αποκαλύπτεται στον τόπο τους. Σε μια εποχή γεωραντάρ, drones, τρισδιάστατων σαρώσεων και ψηφιακών αναπαραστάσεων, θεωρεί ότι η τεχνολογία ανοίγει νέους δρόμους, χωρίς όμως να αντικαθιστά την κρίση του αρχαιολόγου — την ευθύνη να ξεχωρίζει τι τεκμηριώνεται, τι ερμηνεύεται και τι παραμένει ακόμη άγνωστο.
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Τι ήταν αυτό που σας έκανε αρχικά να διαλέξετε αυτό το επάγγελμα – και τι είναι αυτό που σας κρατάει ακόμα σε αυτό;
Μαρία Ρουμελιώτη: Η αρχαιολογία μπήκε στη ζωή μου μέσα από τις εικόνες των παιδικών μου χρόνων. Από την τρίτη δημοτικού αγαπούσα ιδιαίτερα τη μυθολογία. Η Ερέτρια, όπου είχε μετακομίσει η γιαγιά μου, έγινε ο τόπος όπου αυτή η αγάπη συνάντησε την περιέργεια για όσα διατηρούνται από το παρελθόν.
Θυμάμαι τις ανασκαφές Ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων και τις βόλτες με τη γιαγιά και τον παππού μου. Στον δρόμο για το σουπερμάρκετ ή τις κούνιες, εγώ σταματούσα να τους παρατηρήσω. Με γοήτευε η προσμονή της ανακάλυψης: η σκέψη ότι μέσα στον τόπο που γνώριζα υπήρχαν ακόμη τόσα που αγνοούσαμε. Τους θεωρούσα σπουδαίους για την Ερέτρια, γιατί ένιωθα πως η δουλειά τους μας συνέδεε με την ιστορία της.
Ο παππούς μου συζητούσε συχνά μαζί μου για την ιστορία και την αρχαιολογία. Μέσα σε εκείνες τις συζητήσεις, όσα παρατηρούσα αποκτούσαν συνέχεια και γεννούσαν καινούργιες απορίες. Κι όταν ένας αρχαιολόγος εγκαταστάθηκε στο διπλανό διαμέρισμα, προστέθηκε μια ακόμη εικόνα που δεν ξέχασα: τα βιβλία που κουβαλούσε στη μετακόμιση. Με εντυπωσίασε το πλήθος τους, αλλά περισσότερο η σκέψη της γνώσης που περιείχαν. Ήθελα να μάθω κι εγώ.
Σήμερα αναγνωρίζω σε αυτές τις αναμνήσεις όσα με οδήγησαν στην αρχαιολογία: την έλξη της ανακάλυψης, την επιθυμία για γνώση και έναν προσωπικό δεσμό με τον τόπο. Η επιλογή του επαγγέλματος ήρθε αργότερα· το ενδιαφέρον είχε ήδη ριζώσει μέσα στην καθημερινότητά μου.
Ποια στιγμή σας έκανε να αισθανθείτε τη σημασία της δουλειάς σας;
Η πρώτη μου συμμετοχή σε ανασκαφή, σε ηλικία 22 ετών, υπήρξε καθοριστική, πριν ακόμη γίνω αρχαιολόγος. Στο πανεπιστήμιο είχα επιλέξει την κατεύθυνση της Ιστορίας, όμως ήθελα να γνωρίσω την ανασκαφική εργασία και να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου. Έτσι βρέθηκα στην ανασκαφή του ιερού της Αμαρυνθίας Αρτέμιδος, στο πλαίσιο της συνεργασίας της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας με την Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή. Είχα την τύχη αυτή η πρώτη εμπειρία να συμβεί στον τόπο όπου μεγάλωσα, στο χωριό μου.
Το πρώτο μου εύρημα ήταν ένα απλό κομμάτι κεραμικής. Για κάποιον που θα το κοιτούσε βιαστικά, ίσως να μην είχε τίποτε το ιδιαίτερο. Για μένα, όμως, ήταν αρκετό για να γεννηθούν τόσα ερωτήματα: τι ήταν, ποιος το είχε κατασκευάσει, πόσοι άνθρωποι το είχαν χρησιμοποιήσει, σε ποια καθημερινότητα ανήκε; Με ενθουσίαζε η σκέψη ότι αυτό το μικρό αντικείμενο είχε υπάρξει μέρος μιας ανθρώπινης ζωής, στον ίδιο τόπο όπου εξελισσόταν τώρα η δική μου.
Εκεί άρχισα να αισθάνομαι πιο ουσιαστικά τη σημασία της αρχαιολογικής έρευνας. Η αξία ενός ευρήματος βρισκόταν και στα ερωτήματα που μας επέτρεπε να θέσουμε, στις πληροφορίες που μπορούσε να διατηρεί για ανθρώπους που ίσως δεν θα γνωρίζαμε με άλλον τρόπο. Ήθελα να μάθω πώς μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτές τις ζωές μέσα από όσα άφησαν πίσω τους.
Στο τέλος του προγράμματος ήμουν πλέον σίγουρη ότι ήθελα να σπουδάσω και αρχαιολογία. Έδωσα κατατακτήριες εξετάσεις για να συνεχίσω την εκπαίδευσή μου προς αυτή την κατεύθυνση. Εκείνο το πρώτο, απλό εύρημα είχε δώσει συγκεκριμένο προσανατολισμό σε ένα ενδιαφέρον που με συνόδευε από παιδί.
Αν σας ζητούσα να περιγράψετε «μια μέρα στη δουλειά σας» σε κάποιον που δεν ξέρει τίποτα για το αντικείμενο, τι θα του λέγατε;
Δεν υπάρχει «μια» μέρα στην αρχαιολογία. Η δουλειά αλλάζει πρόσωπο ανάλογα με το πού βρίσκεσαι: στην ανασκαφή, στο εργαστήριο πάνω από τα ευρήματα, σε ένα αρχείο ή μουσείο, ή μπροστά στην οθόνη γράφοντας. Όλα αυτά είναι κομμάτια της ίδιας διαδικασίας και συχνά τρέχουν παράλληλα μέσα στο ίδιο έργο. Το πόσο χρόνο αφιερώνεις στο καθένα το ορίζουν η φάση της έρευνας, η ειδίκευσή σου και, ρεαλιστικά, οι θέσεις εργασίας που υπάρχουν.
Και μια αλήθεια που εκπλήσσει όσους δεν το ζουν: οι ανακαλύψεις καταλαμβάνουν μικρό μέρος του χρόνου μας. Το μεγαλύτερο μέρος πάει στην ταξινόμηση του υλικού, στην οργάνωση των φωτογραφιών, στη σύνταξη εκθέσεων, στη βιβλιογραφία. Και δίπλα σε αυτά, τα πρακτικά και τα διοικητικά — η φροντίδα του εξοπλισμού, ο συντονισμός της ομάδας, οι εκκρεμότητες που τρώνε περισσότερο χρόνο απ’ όσο θα θέλαμε.
Ένα μεγάλο και λιγότερο ορατό κομμάτι είναι η αρχαιολογική παρακολούθηση τεχνικών έργων. Εκεί ο αρχαιολόγος παρακολουθεί τις εκσκαφές, εντοπίζει πιθανά κατάλοιπα και τα τεκμηριώνει σε συνεργασία με την αρμόδια υπηρεσία. Το εργοτάξιο είναι ένας χώρος όπου συνυπάρχεις καθημερινά με μηχανικούς, εργάτες και χειριστές μηχανημάτων — ο καθένας με τον δικό του ρόλο και ρυθμό. Αυτή η καθημερινή τριβή θέλει συντονισμό, καθαρή επικοινωνία και σεβασμό στον ρόλο του καθενός.
Όταν πετυχαίνει, αυτή η συνεργασία βοηθά τις εργασίες να προχωρούν. Το δύσκολο έρχεται στο τέλος: πολλές φορές η συμμετοχή μας κλείνει ακριβώς τη στιγμή που τα ευρήματα έρχονται στο φως, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να τα μελετήσουμε. Θα ήθελα να μπορούσαμε πιο συχνά να ακολουθούμε τα ευρήματα ως το τέλος — από την αποκάλυψη μέχρι την ερμηνεία τους.
Ποια θεωρείτε τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα και ποια τα πιο δύσκολα ή σκοτεινά σημεία της δουλειάς σας, όπως τα ζείτε στην πράξη;
Ένα από τα πιο όμορφα προνόμια του αρχαιολόγου είναι η εμπειρία να φέρνει στην επιφάνεια κάτι που έμενε θαμμένο για αιώνες και να προσπαθεί να κατανοήσει την ιστορία του. Τα ευρήματα συνδέονται με ανθρώπους που είχαν οικογένειες, φίλους, πίστη, εργασία, όνειρα και καθημερινές συνήθειες. Η σκέψη ότι μέσα από τη δουλειά μας μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι από τη ζωή τους δίνει στην έρευνα ιδιαίτερη συναισθηματική αξία.
Έχουμε επίσης τη δυνατότητα να παράγουμε πρωτογενή γνώση, να προσθέτουμε στοιχεία σε όσα γνωρίζουμε για το παρελθόν και, ορισμένες φορές, να επανεξετάζουμε απόψεις που θεωρούνταν δεδομένες. Αυτή η διαδικασία απαιτεί προσεκτική μελέτη, αλλά προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση. Παράλληλα, συμβάλλουμε στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και στη γνωριμία του κοινού με την ιστορία ενός τόπου.
Στα προνόμια του επαγγέλματος θα πρόσθετα τη συνεχή μάθηση και τις συνεργασίες. Η επαφή με διαφορετικά αντικείμενα, με συναδέλφους και με επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων διευρύνει τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Κάθε έρευνα μπορεί να μας φέρει μπροστά σε ένα ερώτημα που δεν είχαμε σκεφτεί ή να μας ζητήσει να εξοικειωθούμε με μια καινούργια μέθοδο.
Οι δυσκολίες αφορούν σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες εργασίας. Οι συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας και οι μετακινήσεις δυσκολεύουν τον προσωπικό και επαγγελματικό προγραμματισμό. Η εργασία στο πεδίο είναι σωματικά απαιτητική, ενώ η μελέτη χρειάζεται χρόνο, συγκέντρωση και συνέχεια που δεν εξασφαλίζονται πάντοτε. Είναι δύσκολο να επενδύεις στην επιστημονική σου εξέλιξη και ταυτόχρονα να μην ξέρεις πού και με ποιους όρους θα εργαστείς το επόμενο διάστημα.
Η αγάπη για την αρχαιολογία μάς δίνει την επιμονή να συνεχίζουμε. Χρειάζεται, όμως, να υπάρχουν και οι συνθήκες που θα μας επιτρέπουν να ζούμε αξιοπρεπώς από τη δουλειά μας, να εξελισσόμαστε επιστημονικά και να σχεδιάζουμε τη ζωή μας.
Γιατί είναι σημαντική η αρχαιολογία για τον πολιτισμό και τη σημερινή κοινωνία;
Η αρχαιολογία μάς βοηθά να κατανοήσουμε πώς διαμορφώθηκε ο κόσμος που κληρονομήσαμε. Μέσα από τα υλικά κατάλοιπα γνωρίζουμε κοινωνίες, αντιλήψεις και καθημερινές εμπειρίες που διαφορετικά θα έμεναν άγνωστες. Αυτή η γνώση έχει δημόσια αξία: μας συνδέει με τον τόπο μας, μας επιτρέπει να εξετάζουμε κριτικά το παρελθόν και μας υπενθυμίζει την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Για την Ελλάδα, η αρχαιολογία έχει και στρατηγική σημασία. Η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί ουσιαστικό κεφάλαιο για τη διεθνή παρουσία της χώρας και την πολιτιστική διπλωματία. Οι συνεργασίες με ξένες αρχαιολογικές σχολές, πανεπιστήμια και μουσεία, οι κοινές έρευνες και οι εκθέσεις στο εξωτερικό δημιουργούν σταθερούς διαύλους επικοινωνίας, ανταλλαγής γνώσης και εμπιστοσύνης, που μπορούν να στηρίξουν ευρύτερες σχέσεις μεταξύ χωρών.
Αυτό το διεθνές κύρος χρειάζεται συνεχή καλλιέργεια, μέσα από την ποιότητα της έρευνας, την προστασία των μνημείων και την τεκμηριωμένη παρουσίαση της ιστορίας τους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η αρχαιολογία αξίζει σταθερή θέση στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της πολιτιστικής και εξωτερικής μας πολιτικής. Σε ζητήματα επιστροφής πολιτιστικών αγαθών και αντιμετώπισης της παράνομης διακίνησής τους, η τεκμηρίωση της προέλευσης των αντικειμένων στηρίζει τις διεκδικήσεις και τη διεθνή συνεργασία. Η επιστημονική ανεξαρτησία παραμένει καθοριστική: η αξιοπιστία της έρευνας δίνει δύναμη στον δημόσιο λόγο της χώρας.
Εξίσου σημαντική είναι η πρόσβαση της κοινωνίας σε αυτή τη γνώση. Οι άνθρωποι χρειάζεται να κατανοούν τη σημασία όσων αποκαλύπτονται στον τόπο τους και να συμμετέχουν στη συζήτηση για την προστασία τους. Τα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι μπορούν να γίνουν τόποι εκπαίδευσης, συνάντησης και ουσιαστικής επαφής με την ιστορία.
Μια από τις πιο αγαπημένες μου εμπειρίες ήταν η συμμετοχή μου στο «παιχνίδι της ανασκαφής», στον χώρο της ανασκαφής του ιερού της Αμαρυνθίας Αρτέμιδος. Είχα τη χαρά να ξεναγήσω μικρά παιδιά και με συγκίνησε το πόσα καταλάβαιναν. Οι ερωτήσεις τους ήταν καταπληκτικές. Παρατηρούσαν, συνέδεαν όσα άκουγαν με όσα έβλεπαν και κάθε απάντηση γεννούσε μια καινούργια απορία. Έβλεπα πώς η επαφή με την ανασκαφή άνοιγε το μυαλό και τη φαντασία τους· το παρελθόν γινόταν κάτι ζωντανό, που μπορούσαν να πλησιάσουν.
Ανάμεσά τους υπήρχαν παιδιά που ήθελαν να γίνουν αρχαιολόγοι. Σε κάποια μάτια αναγνώρισα την ίδια φλόγα που είχα κι εγώ παιδί, όταν επισκεπτόμουν μουσεία ή σταματούσα να παρατηρήσω τους αρχαιολόγους να εργάζονται στην Ερέτρια. Ήταν σαν να συναντούσα για μια στιγμή το παιδί που υπήρξα. Αυτές οι συναντήσεις δείχνουν πόσο σημαντικό είναι να μπορούν τα παιδιά να γνωρίζουν την αρχαιολογία από κοντά, να ρωτούν ελεύθερα και να ανακαλύπτουν πόσο μακριά μπορεί να τα οδηγήσει η περιέργειά τους.
Η στήριξη της αρχαιολογίας είναι, επομένως, επένδυση με βάθος και διάρκεια. Απαιτεί χρηματοδότηση, στελέχωση υπηρεσιών και μουσείων και συνθήκες που επιτρέπουν στους επιστήμονες να ολοκληρώνουν και να δημοσιεύουν την έρευνά τους. Αν θέλουμε η πολιτιστική μας κληρονομιά να έχει ισχυρή παρουσία στον κόσμο, οφείλουμε να στηρίζουμε τους ανθρώπους και τους θεσμούς που τη μελετούν, την προστατεύουν και την κάνουν γνωστή.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος ή κλισέ που πιστεύει ο πολύς κόσμος για το επάγγελμά σας και δεν ισχύει στην πραγματικότητα;
Θα ήθελα να σταθώ σε δύο παρανοήσεις. Η πρώτη είναι ότι όποιος επιλέγει την αρχαιολογία ακολουθεί έναν δρόμο χωρίς προοπτική. Συχνά, όταν λες ότι είσαι αρχαιολόγος, η πρώτη αντίδραση είναι «και βρίσκεις δουλειά;». Καταλαβαίνω την ανησυχία, αλλά θα ήθελα να υπάρχει εξίσου ενδιαφέρον για το τι ερευνούμε, τι μαθαίνουμε και τι προσφέρουμε.
Οι επαγγελματικές δυσκολίες είναι υπαρκτές και χρειάζεται να μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτές. Η ανεργία ή η εργασιακή αβεβαιότητα, όμως, δεν αποτελούν μέτρο της αξίας ενός επιστήμονα. Η προσπάθεια και τα εφόδιά του χρειάζονται ευκαιρίες για να αποδώσουν. Και η αρχαιολογία προσφέρει απαιτητική εκπαίδευση: μαθαίνεις να παρατηρείς με ακρίβεια, να συνδυάζεις πληροφορίες, να τεκμηριώνεις τις απόψεις σου και να τις αναθεωρείς όταν τα στοιχεία το απαιτούν. Χρειάζεσαι συνεργασία, αντοχή στο πεδίο και επιμονή στη μελέτη. Θα ήθελα αυτές οι γνώσεις και οι δεξιότητες να αναγνωρίζονται περισσότερο. Η ερώτηση «τι μελετάς αυτή την περίοδο;» μπορεί να ανοίξει μια πολύ πιο ουσιαστική συζήτηση.
Η δεύτερη παρανόηση είναι ότι η αρχαιολογία είναι μόνο ανασκαφή. Η μελέτη, η τεκμηρίωση, η βιβλιογραφική έρευνα και η δημοσίευση μένουν συχνά έξω από την εικόνα που έχει το κοινό για το επάγγελμα. Μεγάλο μέρος της δουλειάς μας γίνεται σε αποθήκες, εργαστήρια, μουσεία, αρχεία και βιβλιοθήκες, όπου εξετάζουμε το υλικό, συνδυάζουμε στοιχεία και διαμορφώνουμε τις ερμηνείες μας.
Η έρευνα συνεχίζεται πολύ μετά την ολοκλήρωση μιας ανασκαφής. Ακόμη και ευρήματα που έχουν αποκαλυφθεί πριν από δεκαετίες μπορούν να δώσουν νέες πληροφορίες, όταν εξεταστούν με διαφορετικά ερωτήματα ή μεθόδους. Η χαρά της ανακάλυψης υπάρχει και στη μελέτη: στη στιγμή που μια λεπτομέρεια αποκτά νόημα ή μια σύνδεση μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το παρελθόν.
Πώς μπορεί η τεχνολογία να οδηγήσει την αρχαιολογία ένα βήμα παραπέρα;
Η τεχνολογία διευρύνει τις δυνατότητές μας να προσεγγίσουμε το παρελθόν. Η γεωφυσική διασκόπηση, με εργαλεία όπως το γεωραντάρ, τα γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών (GIS), η τρισδιάστατη σάρωση, η φωτογραμμετρία, τα drones και οι δορυφορικές εικόνες μάς βοηθούν να εντοπίζουμε, να καταγράφουμε και να μελετούμε αρχαιολογικά κατάλοιπα. Παράλληλα, οι αρχαιομετρικές μέθοδοι, όπως η χρονολόγηση με ραδιάνθρακα και οι ισοτοπικές αναλύσεις, προσφέρουν στοιχεία για τη χρονολόγηση, την προέλευση και τη ζωή των ανθρώπων του παρελθόντος.
Εκεί βρίσκεται, για μένα, η μεγάλη αξία αυτών των δυνατοτήτων: μπορούμε να θέτουμε νέα ερωτήματα και να επανεξετάζουμε παλαιότερες ερμηνείες. Ακόμη και ευρήματα που βρίσκονται εδώ και δεκαετίες στις συλλογές μπορούν, μέσα από νέες μεθόδους ανάλυσης, να μας δώσουν πληροφορίες που προηγουμένως δεν μπορούσαμε να αναζητήσουμε.
Η τεχνολογία αλλάζει ουσιαστικά και την καθημερινότητα της έρευνας. Στα μουσεία, οι ψηφιακές βάσεις δεδομένων διευκολύνουν την τεκμηρίωση των συλλογών και την αναζήτηση πληροφοριών. Οι ψηφιακές βιβλιοθήκες και τα επιστημονικά περιοδικά διευρύνουν την πρόσβαση στη βιβλιογραφία, ενώ η δυνατότητα ανταλλαγής υλικού υποστηρίζει τη συνεργασία ερευνητών που εργάζονται σε διαφορετικούς τόπους. Αντίστοιχα, οι ψηφιακές εφαρμογές μπορούν να βοηθήσουν το κοινό να κατανοήσει καλύτερα ένα εύρημα, ένα μνημείο ή έναν αρχαιολογικό χώρο.
Θα ήθελα αυτή η εξέλιξη να δημιουργήσει περισσότερες γέφυρες ανάμεσα σε ερευνητές, αρχεία και συλλογές, αλλά και ανάμεσα στην επιστήμη και στην κοινωνία. Για να έχει διάρκεια, χρειάζεται εκπαίδευση, συνεργασία και συστηματική φροντίδα των ψηφιακών δεδομένων. Έτσι, η γνώση που παράγουμε μπορεί να γίνεται πιο προσιτή και να προσφέρει σταθερή βάση για την επόμενη έρευνα.
Όσο εξελίσσονται τα εργαλεία, τι γίνεται σημαντικότερο στη δουλειά του αρχαιολόγου;
Η επιστημονική του κρίση. Να θέτει ουσιαστικά ερωτήματα, να γνωρίζει από πού προέρχονται τα δεδομένα και να εξετάζει αν οι ερμηνείες του στηρίζονται πραγματικά σε αυτά. Όσο αυξάνονται οι δυνατότητες επεξεργασίας και παρουσίασης πληροφοριών, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η προσεκτική αξιολόγησή τους.
Σκεφτείτε μια ψηφιακή αναπαράσταση ενός αρχαίου κτιρίου. Μπορεί να είναι τόσο πειστική, ώστε ο θεατής να θεωρήσει ότι γνωρίζουμε ακριβώς πώς ήταν. Αν, όμως, η στέγη ή ο όροφος έχουν αποδοθεί υποθετικά, αυτό χρειάζεται να δηλώνεται. Ο αρχαιολόγος έχει την ευθύνη να διακρίνει τι προκύπτει από τα ευρήματα, τι αποτελεί ερμηνεία και τι παραμένει άγνωστο.
Χρειάζεται, επομένως, εξοικείωση με τα νέα εργαλεία και κατανόηση των δυνατοτήτων και των ορίων τους. Η συνεργασία με άλλες ειδικότητες είναι πολύτιμη, όπως και η διάθεση να επανεξετάζουμε τα συμπεράσματά μας όταν προκύπτουν νέα στοιχεία. Η τεχνολογία μάς επιτρέπει να προχωρούμε περισσότερο· η επιστημονική κρίση μάς βοηθά να καταλαβαίνουμε πόσο ασφαλές είναι κάθε βήμα.
Αν ερχόταν σήμερα ένας νέος και σας έλεγε «θέλω να κάνω τη δουλειά σας», τι θα τον συμβουλεύατε – και τι θα του κρύβατε για να μην τρομάξει;
Πρώτα απ’ όλα, θα του έλεγα να ακολουθήσει την αρχαιολογία μόνο εφόσον την αγαπά πραγματικά. Είναι ένας ιδιαίτερα απαιτητικός κλάδος, με δυσκολίες και απογοητεύσεις που, αν δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον, μπορεί να σε οδηγήσουν σύντομα στην εγκατάλειψή του. Αν όμως αγαπάς πραγματικά το αντικείμενο, βρίσκεις τη δύναμη να επιμένεις ακόμη και όταν η προσπάθεια δεν αποδίδει άμεσα. Η αγάπη για την αρχαιολογία είναι, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητη προϋπόθεση για να αντέξεις τις απαιτήσεις της και να αντλήσεις ουσιαστική ικανοποίηση από την επιλογή σου.
Θα τον ενθάρρυνα, λοιπόν, να γνωρίσει το επάγγελμα στην πράξη, μέσα από μια ανασκαφή, τη μελέτη μιας συλλογής ή την εργασία σε ένα μουσείο. Η δική μου πρώτη ανασκαφική εμπειρία ήταν καθοριστική, γιατί με βοήθησε να καταλάβω τι ήθελα να ακολουθήσω. Οι σπουδές προσφέρουν την ευκαιρία να εξερευνήσει κανείς διαφορετικές πλευρές της αρχαιολογίας και να αναγνωρίσει πού βρίσκονται οι κλίσεις του, πριν επιλέξει την κατεύθυνσή του.
Στην εκπαίδευσή του, θα έδινα έμφαση στην προσεκτική παρατήρηση, στη διατύπωση ερωτημάτων και στην τεκμηρίωση των ερμηνειών. Η ταξινόμηση, το αρχαιολογικό σχέδιο και η μελέτη του υλικού καλλιεργούν την ακρίβεια και την υπομονή. Η επιστημονική γραφή, οι ξένες γλώσσες και τα ψηφιακά εργαλεία διευρύνουν τις δυνατότητες έρευνας και επικοινωνίας. Εξίσου σημαντικό είναι να μάθει να συνεργάζεται, να μοιράζεται τις παρατηρήσεις του και να αναγνωρίζει τη συμβολή άλλων ειδικοτήτων, όπως των συντηρητών στη φροντίδα των ευρημάτων.
Χρειάζεται επίσης να έχει σαφή εικόνα των συνθηκών εργασίας. Το πεδίο απαιτεί σωματική αντοχή, οργάνωση και προσαρμογή στον καιρό, με κατάλληλα μέτρα προστασίας. Η ενημέρωση για τις επαγγελματικές προοπτικές θα τον βοηθήσει να σχεδιάσει συνειδητά την πορεία του.
Τέλος, θα του έλεγα να εμπιστευτεί τη δυνατότητά του να συνεισφέρει. Ένα γνωστό εύρημα μπορεί να εξεταστεί με μια νέα μέθοδο, μια συλλογή από διαφορετική οπτική και μια έρευνα να φτάσει σε περισσότερους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις από την αρχή. Με συστηματική δουλειά και καθοδήγηση, η περιέργειά του μπορεί να εξελιχθεί σε ουσιαστική επιστημονική συμβολή.
Πώς φαντάζεστε το μέλλον του κλάδου σας τα επόμενα 5–10 χρόνια και πώς νιώθετε που εσείς είστε «μέσα» σε αυτή την εξέλιξη;
Θα ήθελα να υπάρχουν καλύτερες συνθήκες για να ολοκληρώνεται η έρευνα: από το πεδίο στη μελέτη, στη δημοσίευση και στην επικοινωνία με την κοινωνία. Και η επένδυση στην τεχνολογία να συνοδεύεται από επένδυση στους ανθρώπους, στην εκπαίδευση και στη δυνατότητά τους να εργάζονται με συνέχεια.
Θα ήθελα να διευρυνθεί η αγορά εργασίας για τους αρχαιολόγους, με περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης και ουσιαστικές δυνατότητες εξέλιξης. Να υπάρχουν περισσότερες διαδρομές στην έρευνα, στα μουσεία, στη μελέτη και στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε η γνώση και οι δεξιότητες που αποκτούμε να βρίσκουν πεδίο εφαρμογής. Να μπορεί ένας νέος επιστήμονας να σχεδιάσει το μέλλον του μέσα στο επάγγελμα που επέλεξε.
Υπάρχει επίσης μια επιστημονική παράδοση που θεωρώ πολύτιμη. Στα ελληνικά πανεπιστήμια έχουμε την τύχη να διδασκόμαστε από καθηγητές που υπήρξαν οι ίδιοι μαθητές σημαντικών μορφών της αρχαιολογίας. Άνθρωποι που διαμόρφωσαν την πορεία της έρευνας δίδαξαν τους δικούς μας δασκάλους, κι εκείνοι μεταφέρουν σε εμάς, μέσα από τη δική τους επιστημονική διαδρομή, γνώσεις, μεθόδους και έναν τρόπο σκέψης. Έτσι αισθάνεσαι ότι συμμετέχεις σε μια συνέχεια που αποκτά πολύ προσωπική διάσταση: πίσω από όσα μαθαίνεις υπάρχουν σχέσεις δασκάλων και μαθητών, χρόνια κοινής εργασίας και εμπειρία που περνά από τη μια γενιά στην επόμενη. Αυτή η συνέχεια δίνει ουσιαστικό βάθος στο κύρος του κλάδου και δημιουργεί την ευθύνη να την προχωρήσουμε με τη δική μας έρευνα. Γι' αυτό έχει σημασία οι νεότεροι αρχαιολόγοι να βρίσκουν τις ευκαιρίες να αξιοποιήσουν όσα διδάχθηκαν και να προσθέσουν κάτι δικό τους.
Η αγάπη για την αρχαιολογία είναι καθοριστική για όσους επιμένουμε σε αυτήν. Με τις σημερινές δυσκολίες, χρειάζεται βαθιά προσωπική αφοσίωση για να συνεχίσεις. Αυτή η αγάπη μάς δίνει αντοχή, αλλά δεν μπορεί να καλύπτει διαρκώς την έλλειψη προοπτικής. Θα ήθελα οι άνθρωποι που επιλέγουν να αφιερωθούν στην αρχαιολογία να έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν σε αυτήν, να ζουν αξιοπρεπώς από τη δουλειά τους και να αναπτύσσουν τις δυνατότητές τους.
Θα ήθελα επίσης οι τοπικές κοινωνίες να έχουν περισσότερες ευκαιρίες να γνωρίσουν όσα ερευνώνται στον τόπο τους. Η αρχαιολογία μπορεί να δημιουργήσει έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από την ιστορία και τη φροντίδα του κοινού μας περιβάλλοντος.
Σκέφτομαι ένα παιδί που σταματά σήμερα δίπλα σε μια ανασκαφή, όπως σταματούσα εγώ στην Ερέτρια. Θα ήθελα να έχει την ευκαιρία να ρωτήσει και να καταλάβει τι αναζητούν εκεί οι αρχαιολόγοι. Να αισθανθεί ότι αυτή η ιστορία το αφορά και ότι υπάρχει χώρος και για τη δική του περιέργεια. Μια τέτοια συνάντηση μπορεί να έχει συνέχεια πολύ πέρα από τη στιγμή της.