Ιράν: Η στρατηγική Τραμπ, ο «άγνωστος Χ» της οικονομίας και το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα

Η σελίδα στο παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι έχει γυρίσει 

Ιράν: Η στρατηγική Τραμπ, ο «άγνωστος Χ» της οικονομίας και το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα
Στιγμιότυ
AP

Βράζει ο τόπος. Και όταν βράζει ο τόπος, το ενδιαφέρον εστιάζεται πριν απ’ όλα στην έκβαση της πολεμικής επιχείρησης: Πόσα ιρανικά drones αναχαιτίσθηκαν, πόσα έφθασαν στο στόχο τους, πόσες ήταν οι απώλειες. Πόσα πλήγματα κατάφεραν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν και σε ποιο βαθμό αποδυναμώνουν τη χώρα αυτή σε σημείο τέτοιο, που να προκληθεί σημαντική εσωτερική αλλαγή. Κάνουμε αυτή την προσέγγιση, κυρίως γιατί έχουμε πλήρως αντιληφθεί ότι έχει γυρίσει η σελίδα στο παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι και ότι το Διεθνές Δίκαιο υποκαθίσταται από το Δίκαιο του Ισχυρού, οι δε πολυμερείς διεθνείς οργανισμοί μεταβάλλονται σταδιακά σε λέσχες χαλαρής ανταλλαγής απόψεων, χωρίς δύναμη.

Προσέξτε, αυτό δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα σκληρό δικτατορικό – θεοκρατικό καθεστώς, που βιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και ενός λαού που υφίσταται βαριά καταπίεση ενώ ζει στη μεγάλη του πλειοψηφία, σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Ωστόσο, οι πολεμικές επιχειρήσεις (με ενορχηστρωτές την Ουάσινγκτον και το Τελ-Αβίβ, αλλά και με συμμετοχή ή πάντως ανοχή πολλών δυτικών κρατών) διεξάγονται εναντίον του (σημερινού) «κακού» και ουδείς λόγος γίνεται για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ή την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Απροσχημάτιστα, μάλιστα, αν κρίνω από την πρόσφατη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Αμύνης, ο οποίος ξεκαθάρισε δύο πράγματα: Πρώτον, ότι ο πόλεμος δεν θα διαρκέσει για πάντα και δεύτερον ότι δεν γίνεται για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Επ’ αυτών, θα επανέλθουμε.

Πάμε τώρα στους κινδύνους που εγκυμονεί αυτό το εγχείρημα, σε όλα τα επίπεδα. Πρώτ’ απ’ όλα, κινδυνεύουμε όλοι άμεσα ή έστω μεσοπρόθεσμα. Κινδυνεύει η Κύπρος, εξ ου και η ελληνική κινητοποίηση -συμβολή στην αμυντική θωράκιση. Όπως επίσης, ήδη «πληρώνουν το λογαριασμό» πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής. Και ασφαλώς, όλα αυτά θέτουν σε κίνδυνο τη διεθνή οικονομία. Άγνωστος Χ, αυτή τη στιγμή, γιατί είναι απόλυτα διασυνδεδεμένη με τη χρονική διάρκεια της επιχείρησης. Αν κρατήσει 4-5 εβδομάδες, οι επιπτώσεις απορροφώνται και δεν είναι και λόγος αύξησης της τιμής του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου, προβλήματα ανεφοδιασμού που επηρεάζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερο κύκλο ανατιμήσεων, άνοδος του πληθωρισμού με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να καραδοκεί ως θεματοφύλακας του συγκεκριμένου δείκτη -αν και η Κριστίν Λαγκάρντ εκφράσθηκε δημοσίως υπέρ της ευελιξίας, παίρνοντας προφανώς υπ’ όψιν της ότι πρόκειται για μια έκτακτη κατάσταση.

Μα θα συμβούν όλα αυτά; Είπαμε, τα πάντα εξαρτώνται από τη χρονική διάρκεια της επιχείρησης. Ο Αμερικανός πρόεδρος, σε συνέντευξή του στο CNN -λίγο πριν το διάγγελμα του- μίλησε για τέσσερις εβδομάδες. Συνιστά αυτό δέσμευση; Πιθανόν, γιατί δέχεται ισχυρή εσωτερική πίεση, εν όψει μάλιστα και των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών. Γνωρίζει ότι οι Αμερικανοί πολίτες δεν αγαπούν τις μακροχρόνιες πολεμικές επιχειρήσεις… σε τόπους μακρινούς και κυρίως δεν αντέχουν την εικόνα των επαναπατριζόμενων φερέτρων με σορούς Αμερικανών στρατιωτών, καθότι είναι ιδιαίτερα ισχυρές οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις από την περιπέτεια -κυρίως- του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν.

Ο συλλογισμός θεωρώ ότι ενισχύεται περαιτέρω, από την πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του διευθυντή του ερευνητικού προγράμματος «Ιράν και σιιτικός άξονας» στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ραζ Ζιμτ, ο οποίος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να αποχωρήσουν οι Αμερικανοί από το πεδίο, σε χρονική στιγμή που δεν θα ικανοποιεί το Ισραήλ. Εννοεί ότι σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, δεν θα έχει προλάβει να επέλθει το «σαρωτικό χτύπημα», που χρειάζεται αρκετά μεγαλύτερο βάθος χρόνου.

Με βάση τα δεδομένα που γνωρίζουμε, η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι απολύτως σαφής. Γνωρίζουμε, όμως, ότι παρακολουθούμε μια νέα αμερικανική σχολή παρέμβασης σε τρίτες χώρες -μοντέλο που δεν το είχαν προβλέψει οι ανά τον κόσμο αναλυτές και τα διακεκριμένα think-tank. Ουσιαστικά, πρόκειται για επιστροφή σε συνθήκες σκληρού Ψυχρού Πολέμου, γεγονός που ενδέχεται να συμπαρασύρει το ΝΑΤΟ και κατά συνέπεια και τις χώρες μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Σε αυτή τη φάση, ο στόχος είναι οι μη φιλικές προς τις ΗΠΑ ηγεσίες, ενώ η Ουάσινγκτον καθιστά σαφές ότι ουδόλως ενδιαφέρεται για την τύχη των πολιτικών αυτών των χωρών. Νομίζω ότι αποκλειστικά εστιάζει στη δημιουργία προϋποθέσεων για την ευμενέστερη προώθηση του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος.

Ανακύπτει, κατά συνέπεια, ένα κρίσιμο ερώτημα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τι θα μπορούσε και τι θα έπρεπε να κάνει μια χώρα, ας πούμε μεσαίου μεγέθους; Να προσδεθεί στο άρμα του ισχυρού (που κάποια στιγμή μπορεί να προδώσει) ή να αναζητήσει ευρύτερες συμμαχίες. Και ποιο άραγε είναι το ακολουθητέο δόγμα, ίσως αυτό που πρότεινε ο Καναδός πρωθυπουργός, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων. Είπε, λοιπόν, ότι σε έναν τέτοιο κόσμο χρειάζεται ρεαλισμός, βασισμένος σε αρχές. Απορρίπτει, επομένως, την ακραία εκδοχή επιβίωσης αν και η συνταγή που προτείνει είναι σχετικά ασαφής.

Ούτως ή άλλως, πάντως, εκτός από την τρέχουσα διαχείριση, καλό θα ήταν να μας απασχολήσει άμεσα και έντονα, η στρατηγική επιλογή που πρέπει να υιοθετήσει η χώρα.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή