Κοινωνία σε αναζήτηση, κυβέρνηση σε κατενάτσιο

Αγωνιώντες βουλευτές, εξαφανισθέντες υπουργοί, δελφίνοι σε εγρήγορση

Κοινωνία σε αναζήτηση, κυβέρνηση σε κατενάτσιο

Ενδέχεται να έχουμε μπει σε ένα πεδίο μεγάλων κοινωνικών μεταβολών. Δεν έχουμε τρόπο να τις ανιχνεύσουμε ως προς το εύρος τους, με βάση τα παραδοσιακά εργαλεία που διαθέτουμε, δηλαδή πολιτική ανάλυση, δημοσκοπικά δεδομένα βάθους. Γιατί υπάρχει περίπτωση να αντιστοιχούν σε μια προγενέστερη εποχή, να είναι με άλλα λόγια… last year/s.

Σίγουρα, πάντως, το 2026-27, δεν σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το 2029. Έχει ενδιαμέσως συντελεστεί μείζων μεταβολή ως προς τα top κριτήρια από τα οποία εξαρτά την ψήφο του, το εκλογικό σώμα. Πριν επτάμισι χρόνια, με νωπή τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ -η οποία, πάντως, επικρίθηκε ήπια στην, τότε, κάλπη- βρίσκονταν στον αφρό, έννοιες που κινούνταν στον αντίποδα της εποχής και του σήμερα. Έννοιες, όπως, αποτελεσματικότητα, τεχνολογική επάρκεια, εκσυγχρονισμός (αορίστως κάπως, γιατί ο εκσυγχρονισμός έχει πρόσημο πολιτικό και εξ αυτού κοινωνικό), αξιοκρατία, ίσες ευκαιρίες για όλους πρόοδος για τη χώρα.

Με δεδομένο ότι το τελευταίο διάστημα αναδεικνύονται ως πρώτες προτεραιότητες, «η πάταξη της διαφθοράς» και η αναζήτηση «έντιμων πολιτικών» (τόσο έντονα που σαν να λένε οι πολίτες… να αναγράφεται στην ούγια), καθώς επίσης και η πλήρης αναμόρφωση της οικονομικής πολιτικής, αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το παλαιό κραταιό αφήγημα αμφισβητείται συνολικά, από την πλειοψηφία, τουλάχιστον, της κοινής γνώμης. Ίσως γιατί στην κοινή γνώμη δεν δόθηκαν επαρκείς αποδείξεις, για να διατηρηθεί η ελκυστικότητά του, μάλλον η καθημερινότητα το «θάμπωσε».

Ας βάλουμε, όμως, κάτω τα πράγματα:

Πρώτον: Η κυβέρνηση εξακολουθεί να υπολείπεται (δημοσκοπικά) κατά περίπου 12 μονάδες, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2023. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την εκτίμηση ψήφου που διαμορφώνεται μετά την κατανομή των αναποφάσιστων, μεθοδολογικά, κατ’ αναλογία, της δύναμης των κομμάτων. Μόνο που, σημειώνω, οι αναποφάσιστοι, βάσει των ποιοτικών στοιχείων των δημοσκοπήσεων, αποτελούν αποδεδειγμένα «άλλη φυλή» που σκέπτεται και άρα αποφασίζει εντελώς διαφορετικά από το υπόλοιπο εκλογικό σώμα.

Δεύτερον: Τα εργαλεία που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση για να ανατρέψει την κατάσταση (αυτό)περιορίζονται στο δίπολο παροχές (θετικό) – ανασφάλεια (αρνητικό), που κατά τη γνώμη μου είναι απολύτως παρωχημένα. Πρώτα απ’ όλα, οι παροχές της Θεσσαλονίκης, παρότι συνολικά σημαντικού ύψους (ταυτόχρονα, όμως, και μεγάλης διασποράς) είχαν οριακή απόδοση, σε επίπεδο επαναπατρισμού ψήφων. Ομολογώ ότι δεν εξεπλάγην ιδιαίτερα, από τη στιγμή που εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια, από τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας, το ηχηρό μήνυμα που εκπέμπεται είναι: όχι pour boire, θαρραλέα μείωση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ, Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης). Επιπροσθέτως, είναι καιρός τώρα, που μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης, τάσσεται υπέρ της κυβερνητικής αλλαγής. Άρα είναι αμφίβολο πως μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα μπορούσαν να έχουν διεισδύσει επιχειρήματα του τύπου επαπειλείται «αστάθεια», μπαίνουμε σε περιπέτεια «κυβέρνησης ηττημένων», η Τουρκία καραδοκεί για να κάνει «ντου». Παρεμπιπτόντως, η ιστορία διδάσκει ότι αν η Τουρκία κέρδισε πόντους, αυτό συνέβη επί αυτοδύναμων και μάλιστα ισχυρών ελληνικών κυβερνήσεων. Για να μην κουραζόμαστε με πολλά, το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η υπόθεση των Ιμίων.

Τρίτον: Αυτά που περιγράψαμε μέχρι στιγμής, συνιστούν το οπλοστάσιο με το οποίο προτίθεται να προχωρήσει στις εκλογές. Φαίνεται δε ότι μπορεί να προστεθεί σε αυτό και το επιχείρημα ότι… «πλακώνουν οι νεοναζί στη Βουλή». Ένα λεπτό, κοιμόμαστε όλοι ύπνο βαθύ και δεν έχουμε αντιληφθεί ότι πάνω από τα κεφάλια μας… επικρέμεται απειλή; Και εν πάση περιπτώσει, στις Δημοκρατίες καλό θα ήταν να ακούμε τις Άνγκελα Μέρκελ αυτού του κόσμου. Η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, αξιολογώντας το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών, είπε μεταξύ άλλων -αναφερόμενη στη βαριά ήττα του CDU- μια απλή αλλά σοφή φράση: «Πρέπει να γίνουμε ξανά λαϊκό κόμμα». Όπερ εστί μεθερμηνευόμενο, ότι οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό δεν πέφτουν από τον ουρανό -κάτι σαν μια φθινοπωρινή μπόρα- αλλά μάλλον συνδέονται με την υπεροψία των περισσότερων συστημικών κομμάτων που ελάχιστα έως καθόλου, αφουγκράζονται τις ανάγκες και τους καημούς μιας μεγάλης μερίδας της κοινωνίας που συμπιέζεται υπέρμετρα, λόγω των κυρίαρχων επιλογών τους. Και όχι μόνον. Αντί να αναλύονται και να προσπαθούν να τις διορθώσουν, αρέσκονται σε δαιμονοποιήσεις.

Τέταρτον: Επιστρέφοντας στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, μ’ αυτά και μ’ αυτά, αναδεικνύεται το ερώτημα, ποιο θα είναι το εκλογικό ταβάνι της ΝΔ; Σε συνδυασμό με το ποιο θα είναι το εκλογικό ταβάνι της ΕΛ.Α.Σ., καθώς επίσης και τι «ψάρια θα πιάσει» το εικαζόμενο κόμμα Σαμαρά. Απάντηση επ’ αυτών δεν υπάρχει, αυτή τη στιγμή, το μόνο που φαίνεται ότι αποκρυσταλλώνεται πλέον, είναι ότι δεν παίζει το σενάριο της αυτοδυναμίας. Με βάση, όμως, όλα τα προαναφερθέντα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει κάποιου είδους αναταραχή στο πεδίο του κυβερνώντος κόμματος, που οδηγεί ήδη σε προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης ή διεκδίκησης. Κάποιοι βουλευτές (όχι πολλοί) στηλιτεύουν δημόσια την αλαζονεία ορισμένων υπουργών. (Βεβαίως το χορό άνοιξε πρώτη η Ντόρα Μπακογιάννη, που όμως συνιστά χωριστό κεφάλαιο και επ’ αυτού θα πούμε πολλά σε λίγο). Δεν πρόκειται για «γινάτι», νομίζω ότι προσπαθούν απλώς να πάρουν αποστάσεις από συμπεριφορές που εξοργίζουν τον κόσμο και δυσκολεύουν υπέρμετρα την επικοινωνία τους με παραδοσιακούς ψηφοφόρους -δικούς τους και της παράταξης- που φαίνεται ότι είναι πλέον «στα κάγκελα». Παράλληλα, παρατηρούμε ότι τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη είναι εξαφανισμένα από προσώπου γης και από το σύνολο των τηλεοπτικών πάνελ- φυλάνε τη γούνα τους; Όσο για τους επίδοξους δελφίνους, παίρνουν όλο και πιο τολμηρά θέση, σε μια κούρσα που εμφανώς πιστεύουν ότι αργά ή γρήγορα, θα προκύψει.

Υπάρχει και κάτι ακόμη, που αν και στην παρούσα φάση είναι μάλλον θεωρητικού χαρακτήρα, εν τούτοις δεν στερείται σημασίας. Σε κάποια top νεοδημοκρατικά κονκλάβια, η συζήτηση εκτείνεται ως το σενάριο της μεγάλης ήττας (κάτω του 28% των τελευταίων ευρωεκλογών). Με βάση αυτό, λοιπόν, το ακραίο σενάριο, το οποίο προφανώς δεν επιτρέπει προσφυγή σε δεύτερη κάλπη, πέφτει στο τραπέζι η σκέψη για συγκρότηση «κυβέρνησης ειδικού σκοπού», που θα κινείται σε δύο άξονες, πάταξη της διαφθοράς – αναμόρφωση της οικονομικής πολιτικής, με επικεφαλής πρωθυπουργό, πρόσωπο που δεν προέρχεται από την ενεργό δράση. Και το πρώτο όνομα που τους έρχεται στα χείλη είναι του Τάσου Γιαννίτση. Συμπτωματικά ή όχι, ο πρώην υπουργός μιλώντας πρόσφατα (στο ONE), είπε ότι η διαφθορά σήμερα είναι 200 φορές μεγαλύτερη από ό,τι την περίοδο Τσοχατζόπουλου, διευκρινίζοντας ότι το θέμα δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό και πολιτικό. Απλή επισήμανση, προς σκέψη, ίσως.

ΥΓ: Για την Ντόρα: Μια θαρραλέα γυναίκα που έχει γράψει μια λαμπρή πολιτική διαδρομή επί 37 χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα, έδωσε σκληρή και επίμονη μάχη για την παράταξή της, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν ο εκάστοτε επικεφαλής. Με εξαίρεση ίσως το «λάθος το 2012» που σε παρόμοιο έχουν υποπέσει και άλλοι. Παρά τα προβλήματα της υγείας της, επιστρατεύθηκε χωρίς δεύτερη συζήτηση, για να βάλει πλάτη σε κυβερνητικά προβλήματα, που κείνται μακράν της δικής της εκλογικής περιφέρειας, στηρίζοντας εμπράκτως στα δύσκολα, τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αντιλαμβάνομαι ότι ο πρωθυπουργός της αρνήθηκε θέση στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, στο οποίο πάντως τοποθετήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, πρόσωπα που δεν είχαν καταγράψει κάποια αξιοσημείωτη επαγγελματική διαδρομή, ούτε διέθεταν ιδιαίτερη επιρροή στην κοινωνία, ούτε είχαν «ιδρώσει τη φανέλα» για την παράταξη. Αν, όντως, ισχύει αυτό, λέω απλά: κρίμα.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή