Κορονοϊος: Για πρώτη φορά θεραπεύτηκε ασθενής με long covid - Τα συμπτώματα
Η περίπτωση του 39χρονου ασθενούς που έδωσε τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα
Snapshot
- Για πρώτη φορά θεραπεύτηκε ασθενής με σοβαρό Long COVID μέσω χορήγησης ενδοφλέβιων ανοσοσφαιρινών σε υψηλή δόση.
- Ο 39χρονος ασθενής παρουσίαζε έντονη κόπωση, γνωστικές δυσκολίες, αϋπνία και δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος, χωρίς ανταπόκριση σε προηγούμενες θεραπείες.
- Η θεραπεία οδήγησε σε σημαντική μείωση αυτοαντισωμάτων, φλεγμονωδών δεικτών και βελτίωση παραμέτρων πήξης, με πλήρη αποκατάσταση του ασθενούς έναν χρόνο μετά.
- Η μελέτη υποδεικνύει ότι το Long COVID μπορεί να οφείλεται σε επίμονη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού και όχι στην παρουσία του ιού.
- Απαιτούνται ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για την επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας και τον καθορισμό των ασθενών που θα ωφεληθούν από τη θεραπεία.
Μια εντυπωσιακή περίπτωση ασθενούς με σοβαρό Long COVID φέρνει στο προσκήνιο μια πιθανή νέα θεραπευτική στρατηγική, βασισμένη στη χορήγηση ανοσοσφαιρινών.
Η μελέτη, αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ του National Institute for Infectious Diseases Lazzaro Spallanzani και του Bambino Gesù Children's Hospital, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Infectious Diseases και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω έρευνα.
Τι είναι το Long COVID και ποια τα συμπτώματα
Το Long COVID αποτελεί μια κατάσταση κατά την οποία τα συμπτώματα επιμένουν ή επανεμφανίζονται για μήνες μετά τη λοίμωξη από τον COVID-19. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καθιερωμένη θεραπεία.
Οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν έντονη κόπωση, γνωστικές δυσκολίες, πονοκεφάλους, αϋπνία, διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, δυσανεξία στην άσκηση, δύσπνοια και αισθητικές διαταραχές.
Η περίπτωση του 39χρονου ασθενούς
Η μελέτη επικεντρώθηκε σε έναν 39χρονο, μέχρι πρότινος υγιή και αθλητικό άνδρα, ο οποίος μετά από δύο λοιμώξεις με SARS-CoV-2 ανέπτυξε σοβαρή μορφή Long COVID.
Για μήνες υπέφερε από εξουθενωτική κόπωση, «ομίχλη εγκεφάλου», προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης, αϋπνία και συμπτώματα δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος, με σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα και την εργασία του.
Καμία από τις προηγούμενες θεραπείες δεν είχε αποτέλεσμα. Οι ερευνητές εντόπισαν στο αίμα του αυτοαντισώματα που επηρέαζαν βασικές λειτουργίες, όπως η νευρική επικοινωνία και ο τόνος των αιμοφόρων αγγείων.
Η θεραπεία και τα αποτελέσματα
Η ιατρική ομάδα προχώρησε στη χορήγηση ενδοφλέβιων ανοσοσφαιρινών σε υψηλή δόση, σε τρεις μηνιαίους κύκλους. Οι ανοσοσφαιρίνες είναι καθαρισμένα ανθρώπινα αντισώματα που χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια σε αυτοάνοσα και φλεγμονώδη νοσήματα, με στόχο τη ρύθμιση της ανοσολογικής απόκρισης.
Η ανταπόκριση του ασθενούς ήταν εντυπωσιακή. Ήδη μετά τον πρώτο κύκλο παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της κόπωσης και της γνωστικής σύγχυσης. Στους επόμενους μήνες, τα συμπτώματα υποχώρησαν σταδιακά.
Έναν χρόνο μετά την έναρξη της θεραπείας, ο ασθενής είχε επανέλθει πλήρως, επέστρεψε στην εργασία του και επανεκκίνησε αθλητικές δραστηριότητες, με ποιότητα ζωής αντίστοιχη της προ νόσησης περιόδου.
Τι έδειξαν οι εξετάσεις
Οι επιστήμονες κατέγραψαν σημαντικές ανοσολογικές αλλαγές: μείωση των αυτοαντισωμάτων που στοχεύουν υποδοχείς του αυτόνομου νευρικού συστήματος, πτώση φλεγμονωδών δεικτών και βελτίωση παραμέτρων πήξης. Παράλληλα, εξαφανίστηκε μια ανώμαλη αλληλεπίδραση μεταξύ Τ-λεμφοκυττάρων και μονοκυττάρων, η οποία φαίνεται να συντηρεί τη χρόνια φλεγμονή.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι σε ορισμένους ασθενείς το Long COVID δεν οφείλεται στην παρουσία του ιού, αλλά σε επίμονη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Όπως επισημαίνουν, η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνες δεν αφορά όλους τους ασθενείς, αλλά ενδέχεται να ωφελήσει συγκεκριμένες ομάδες που μπορούν να εντοπιστούν μέσω βιοδεικτών.
Τα επόμενα βήματα
Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση, τα αποτελέσματα θεωρούνται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη για ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, ώστε να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας, να προσδιοριστούν οι ασθενείς που θα ωφεληθούν περισσότερο και να κατανοηθούν καλύτερα οι βιολογικοί μηχανισμοί που εμπλέκονται.