Θάνατος Γιώργου Μαζωνάκη: Έξι σημεία κλειδιά - Πράξεις, παραλείψεις και τα δύο διαφορετικά επίπεδα
Νομικοί κύκλοι αναλύουν στο Newsbomb όσες πληροφορίες από τη δικογραφία έχουν δει το φως της δημοσιότητας - Τι πρέπει να περιμένουμε για τους δύο γιατρούς
Snapshot
- Η ποινική δίωξη κατά των δύο γιατρών αφορά τη θανατηφόρο έκθεση και όχι απλώς ιατρικό σφάλμα, με έμφαση στην κατάσταση αβοηθησίας του ασθενούς και την υποχρέωση προστασίας.
- Η κατάσταση του Γιώργου Μαζωνάκη πριν από τη θεραπεία ήταν επιβαρυμένη και αποπροσανατολισμένη, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την ιατρική αξιολόγηση και την επιλογή της θεραπευτικής διαδικασίας.
- Η καταγραφή λειτουργίας του μηχανήματος διάρκειας 42 λεπτών είναι κρίσιμη για την κατανόηση της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων και την αξιοπιστία των καταθέσεων.
- Μετά την κατάρρευση, οι γιατροί δεν συνόδευσαν τον ασθενή στο νοσοκομείο, γεγονός που σχετίζεται με την ενημέρωση και τη διαχείριση της κατάστασης από το ΕΚΑΒ και το νοσοκομείο.
- Η οικογένεια ζητά αναβάθμιση της κατηγορίας σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, όμως αυτό προϋποθέτει απόδειξη ότι οι γιατροί προέβλεψαν και αποδέχθηκαν τον κίνδυνο θανάτου, κάτι που δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.
Παράλληλα με την έρευνα των Αρχών προκειμένου να διαπιστωθούν πλήρως οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη, ενδιαφέρον έχει και η νομική διάσταση της υπόθεσης.
Πολλές είναι οι πληροφορίες, που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σχετικά με όσα περιλαμβάνονται στη δικογραφία. Σημειώνεται επίσης ότι η πλευρά της οικογένειας του Γιώργου Μαζωνάκη έχει ζητήσει αναβάθμιση της κατηγορίας σε βάρος του Ηλία Θεοδωρόπουλου και της Ιωάννας Γάκα από θανατηφόρο έκθεση σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δολο.
Νομικοί κύκλοι και πηγές, που έχουν πρόσβαση της δικογραφία, ανέλυσαν στο Newsbomb τα σημαντικότερα σημεία, ενώ εκτίμησαν και την δικαστική συνέχεια των πραγμάτων.
Τα σημαντικότερα σημεία της υπόθεσης του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, όπως καταγράφονται στη δικογραφία είναι τα εξής:
Η κατηγορία της θανατηφόρου έκθεσης
Η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί σε βάρος των δύο γιατρών Ηλία Θεοδωρόπουλου και Ιωάννας Γάκα αφορά την έκθεση από την οποία επήλθε θάνατος, κατά συναυτουργία. Η επιλογή του συγκεκριμένου νομικού χαρακτηρισμού έχει σημασία: η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται, στο παρόν στάδιο, απλώς ως περίπτωση ενδεχόμενου ιατρικού σφάλματος, αλλά εξετάζεται εάν ο Γιώργος Μαζωνάκης τέθηκε ή αφέθηκε σε κατάσταση αβοηθησίας, ενώ υπήρχε ιδιαίτερη υποχρέωση προστασίας και περίθαλψής του.
Για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 306 ΠΚ απαιτείται δόλος ως προς την έκθεση: ο δράστης πρέπει να γνωρίζει τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η κατάσταση αβοηθησίας και να θέλει ή να αποδέχεται τη δημιουργία ή τη διατήρησή της. Ως προς τον επελθόντα θάνατο αρκεί αμέλεια, εφόσον βεβαίως αποδειχθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της έκθεσης και του θανατηφόρου αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στη χρονική αλληλουχία των γεγονότων: Σε ποια κατάσταση προσήλθε ο ασθενής, ποια ακριβώς θεραπεία αποφασίστηκε, εάν και για πόσο χρόνο άρχισε να πραγματοποιείται, πότε εμφανίστηκε η επιδείνωση, τι ακολούθησε μέχρι την κλήση του ΕΚΑΒ και ποια ενημέρωση δόθηκε στους διασώστες και στη συνέχεια στο νοσοκομείο;
2. Η κατάσταση του ασθενούς πριν από την επίμαχη πράξη
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει όχι από την πλευρά της οικογένειας, αλλά από την ίδια την κατάθεση της κατηγορούμενης γιατρού.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από την κατάθεσή της, κατά την προηγούμενη εξέταση του Μαζωνάκη η ίδια τον αξιολόγησε ως ιδιαίτερα επιβαρυμένο. Περιέγραψε περίεργο βήχα, υπερδιέγερση, δυσκολία παρατεταμένης ορθοστασίας και λήψη διουρητικών.
Η εικόνα αυτή δεν εμφανίζεται μόνο στην κατάθεση της γιατρού. Εργαζόμενη του ιατρείου φέρεται να έχει καταθέσει ότι κατά το κρίσιμο ραντεβού ο Μαζωνάκης ήταν άυπνος και ανήσυχος, είχε επιδεινωμένη άρθρωση, της φάνηκε «στον κόσμο του» και «στα χαμένα» και γενικότερα σε χειρότερη κατάσταση σε σχέση με προηγούμενες φορές που τον είχε δει.
Τα στοιχεία αυτά έχουν ιδιαίτερη νομική σημασία, όχι επειδή αποδεικνύουν από μόνα τους οποιοδήποτε αδίκημα, αλλά επειδή θέτουν ένα εύλογο και μάλλον κεντρικό ερώτημα της ανάκρισης: Ποια ήταν η ιατρική αξιολόγηση που οδήγησε στην απόφαση να υποβληθεί ένας εμφανώς επιβαρυμένος και, κατά μαρτυρικές περιγραφές, ενδεχομένως αποπροσανατολισμένος ασθενής στη συγκεκριμένη διαδικασία αντί να προηγηθεί διαφορετικού τύπου κλινικός ή νοσοκομειακός έλεγχος;
Με άλλα λόγια, όσο περισσότερο αποδεικνύεται ότι η επιβαρυμένη κατάσταση ήταν εμφανής ήδη πριν από την έναρξη της θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά το τι γνώριζε η θεράπουσα γιατρός κατά τον χρόνο που αποφάσισε να προχωρήσει.
3. Το ζήτημα των 42 λεπτών
Ιδιαίτερη βαρύτητα στη δικογραφία φαίνεται να έχει αποκτήσει και το ψηφιακό ιστορικό του μηχανήματος. Σύμφωνα με το πόρισμα του ΙΣΑ και δημοσιοποιημένα στοιχεία της δικογραφίας, καταγράφηκε λειτουργία διάρκειας 42 λεπτών, γεγονός το οποίο ερευνάται σε σχέση με την αρχική εκδοχή ότι η πλασμαφαίρεση δεν είχε ουσιαστικά αρχίσει πριν από την κατάρρευση.
Το ιατρείο μετά τον καθαρισμό του χώρου, όπως καταγράφηκε στο πλαίσιο της έρευνας.
AlphaΤο συγκεκριμένο στοιχείο είναι ουσιώδες για δύο λόγους.
Πρώτον, για να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς συνέβαινε στον ασθενή κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Δεύτερον, επειδή τυχόν ουσιώδης απόκλιση ανάμεσα στις αρχικές καταθέσεις και στα αντικειμενικά δεδομένα του μηχανήματος μπορεί να επηρεάσει συνολικά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των εξηγήσεων που έχουν δοθεί.
Δεν είναι, επομένως, απλώς τεχνική λεπτομέρεια το αν το μηχάνημα λειτουργούσε επί 42 λεπτά ή εάν επρόκειτο μόνο για προπαρασκευαστικό στάδιο. Είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να καθορίσουν το πραγματικό της υπόθεσης.
4. Η αντιμετώπιση μετά την κατάρρευση
Εξίσου κρίσιμη είναι η περίοδος μετά την κατάρρευση του ασθενούς. Από τη δικογραφία έχουν δημοσιοποιηθεί διαφορετικές εκδοχές σχετικά με τον χρόνο, τη χρήση του απινιδωτή και τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την άφιξη του ΕΚΑΒ. Το πλήρωμα του ΕΚΑΒ φέρεται να έχει αναφέρει ότι υπήρχε απινιδωτής ο οποίος δεν λειτουργούσε, ενώ οι σχετικές καταθέσεις παρουσιάζουν σημεία που μένει να αποσαφηνιστούν στην κύρια ανάκριση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας που έχουν δημοσιοποιηθεί, κανένας από τους δύο γιατρούς δεν συνόδευσε τον ασθενή στο νοσοκομείο. Στο σχετικό υλικό μάλιστα σημειώνεται ρητά η απουσία τους από τη διακομιδή, ώστε να συνδράμουν τους νοσοκομειακούς γιατρούς με πληροφορίες για την κατάσταση και όσα είχαν προηγηθεί.
Η μη συνοδεία ασφαλώς δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη θανατηφόρου έκθεσης ή ανθρωποκτόνου δόλου. Αποκτά όμως μεγαλύτερο αποδεικτικό βάρος εφόσον συνδυαστεί με ενδεχόμενη ελλιπή ενημέρωση του ΕΚΑΒ ή του νοσοκομείου για την προηγηθείσα θεραπεία, τη χρονική διάρκειά της, την κατάσταση του ασθενούς και τις φαρμακευτικές ή άλλες παρεμβάσεις που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί.
Και εδώ ίσως βρίσκεται μία από τις πιο λεπτές πλευρές της υπόθεσης: Άλλο το ερώτημα «γιατί δεν μπήκαν στο ασθενοφόρο» και άλλο — πολύ σοβαρότερο — το ερώτημα εάν οι γιατροί που γνώριζαν τι είχε προηγηθεί διασφάλισαν ότι οι γιατροί που αναλάμβαναν έναν ασθενή σε ανακοπή είχαν πράγματι όλη την κρίσιμη πληροφορία που χρειάζονταν.
5. Ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο
Η οικογένεια του Γιώργου Μαζωνάκη έχει γνωστοποιήσει ότι επιδιώκει την αναβάθμιση της κατηγορίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο. Για να γίνει δεκτός ένας τέτοιος χαρακτηρισμός απαιτείται κάτι περισσότερο από βαριά αμέλεια, παράβαση ιατρικών κανόνων ή ακόμη και συνειδητή ανάληψη υψηλού κινδύνου.
Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης προέβλεψε ως πραγματικά δυνατό το ενδεχόμενο θανάτου και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε την επέλευση του αποτελέσματος.
Αυτό είναι σαφώς υψηλότερος αποδεικτικός πήχης από εκείνον της θανατηφόρου έκθεσης.
Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία ακριβώς σε αυτή τη συζήτηση: η προϋπάρχουσα εικόνα του ασθενούς, όσα η ίδια η γιατρός δηλώνει ότι γνώριζε για την κατάστασή του, η απόφαση να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη θεραπευτική οδός, οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε, η εξέλιξη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και η αντίδραση όταν εμφανίστηκε η κρίσιμη επιδείνωση.
Mε τα σημερινά δημοσιοποιημένα δεδομένα θα ήταν πρόωρο να θεωρηθεί αποδεδειγμένη ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο. Για την τελική αξιολόγηση θα είναι καθοριστικά τα ιατροδικαστικά και τοξικολογικά ευρήματα, η ακριβής αιτία του θανάτου, ο αιτιώδης σύνδεσμος με τη θεραπεία και κυρίως το τι μπορούσε και τι πράγματι αντιλήφθηκε κάθε κατηγορούμενος για τον κίνδυνο που δημιουργούνταν.
6. Η ιδιαίτερη θέση του άνδρα γιατρού
Η θέση του δεύτερου κατηγορουμένου Ηλία Θεοδωρόπουλου χρειάζεται χωριστή αξιολόγηση.
Από τη στιγμή που έχει επιβεβαιωθεί ότι δεν βρισκόταν στον χώρο κατά τη διενέργεια της επίμαχης θεραπείας και επέστρεψε μετά την κατάρρευση, οπότε επιχείρησε ΚΑΡΠΑ, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη η ίδια ακριβώς ποινική συμμετοχή με εκείνη του προσώπου που αποφάσισε και εκτέλεσε την ιατρική πράξη.
Για τη συναυτουργία απαιτείται συγκεκριμένη κοινή εκτελεστική συμβολή και κοινός δόλος. Το γεγονός ότι οι δύο γιατροί είναι σύζυγοι ή συστεγάζονται επαγγελματικά δεν αρκεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ποινική του θέση είναι κατ' ανάγκην ουδέτερη. Θα πρέπει να διερευνηθεί εάν γνώριζε τη συγκεκριμένη θεραπεία, εάν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην οργάνωση ή διευκόλυνσή της, ποια ακριβώς σχέση είχε με τον χώρο και τον εξοπλισμό και τι γνώριζε για τον τρόπο με τον οποίο διενεργούνταν αντίστοιχες πράξεις.
Εάν προκύψει ότι ο Ηλίας Θεοδωρόπουλος δεν συνεκτέλεσε την πράξη της πλασμαφαίρεσης, αλλά παρείχε εν γνώσει του ουσιώδη συνδρομή για την πραγματοποίησή της, θα μπορούσε να εξεταστεί συμμετοχή υπό τη μορφή της συνέργειας. Η απλή γενική γνώση, όμως, ότι η σύζυγός του πραγματοποιούσε τέτοιες πράξεις δεν αρκεί από μόνη της για συμμετοχή στη συγκεκριμένη θανατηφόρο έκθεση.
Από τη στιγμή που επέστρεψε και ανέλαβε την ΚΑΡΠΑ, αξιολογείται πλέον και η δική του συμπεριφορά κατά το στάδιο της ανάνηψης: Τι κατάσταση αντιμετώπισε, ποιες ενέργειες έκανε, τι γνώριζε για όσα είχαν προηγηθεί, τι μετέφερε στο ΕΚΑΒ και γιατί δεν ακολούθησε τον ασθενή στο νοσοκομείο; Τα στοιχεία αυτά μπορεί να μην τον συνδέουν αναδρομικά με την αρχική ιατρική απόφαση, μπορούν όμως να είναι κρίσιμα για την αξιολόγηση της δικής του μεταγενέστερης συμπεριφοράς.
Συνολική αποτίμηση
Η δικογραφία φαίνεται να έχει δύο διαφορετικά επίπεδα.
Το πρώτο είναι ιατρικό και αιτιώδες: τι ακριβώς προκάλεσε την ανακοπή και τον θάνατο και ποια σχέση είχε με την πράξη που πραγματοποιήθηκε.
Το δεύτερο είναι υποκειμενικό και ποινικό: τι γνώριζε κάθε γιατρός, τι προέβλεψε και ποια στάση κράτησε απέναντι στον κίνδυνο.
Η θανατηφόρος έκθεση φαίνεται σήμερα να αποτελεί ευχερέστερο νομικό σχήμα από την ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, ακριβώς επειδή η δεύτερη απαιτεί απόδειξη αποδοχής του ενδεχόμενου θανάτου.
Ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία που δικαιολογούν σοβαρή διερεύνηση και δεν επιτρέπουν εύκολες απλουστεύσεις προς καμία κατεύθυνση. Ιδίως η εικόνα του ασθενούς πριν από τη θεραπεία, όπως την περιγράφουν η ίδια η γιατρός και το προσωπικό, τα δεδομένα του μηχανήματος, οι αποκλίσεις μεταξύ καταθέσεων και τεχνικών ευρημάτων και η διαχείριση μετά την κατάρρευση είναι τα σημεία στα οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης.
Ίσως δε το πιο απλό ερώτημα να είναι τελικά και το πιο δύσκολο να απαντηθεί: εάν πράγματι όλοι έβλεπαν έναν άνθρωπο τόσο επιβαρυμένο όσο περιγράφεται στις καταθέσεις, ποια ακριβώς ιατρική εκτίμηση δικαιολογούσε τη συγκεκριμένη επιλογή εκείνη τη στιγμή;