Πέθανε σε ηλικία 80 ετών ο Ισπανός Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα, που μεγάλωσε ανάμεσα σε λύκους

Ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα πέρασε 12 χρόνια απομονωμένος στα βουνά της Ισπανίας, ζώντας δίπλα σε λύκους, πριν επιστρέψει με το ζόρι στον ανθρώπινο πολιτισμό

Πέθανε σε ηλικία 80 ετών ο Ισπανός Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα, που μεγάλωσε ανάμεσα σε λύκους
Snapshot
  • Ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Ουρένσε και έγινε γνωστός ως το «Αγόρι των Λύκων της Σιέρα Μορένα» για τα 12 χρόνια που πέρασε ζώντας με λύκους στα ισπανικά βουνά.
  • Μετά τον θάνατο της μητέρας του και την εγκατάλειψή του, επιβίωσε στην άγρια φύση με τη βοήθεια μιας λύκαινας που τον αποδέχθηκε στην αγέλη της.
  • Το 1965, εντοπίστηκε από την αστυνομία και αναγκάστηκε να επιστρέψει στον ανθρώπινο πολιτισμό, όπου αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής.
  • Παρά τις προκλήσεις, ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, εργάστηκε και τελικά κατάφερε να ζήσει ευτυχισμένος σε κοινότητα στην Ουρένσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
  • Η ζωή του μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με την ταινία «Ανάμεσα στους λύκους» το 2010, και η κηδεία του συγκέντρωσε πάνω από 300 άτομα.
Snapshot powered by AI

Ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα, ο άνθρωπος που μεγάλωσε μαζί με λύκους στην ισπανική ύπαιθρο, πέθανε σε ηλικία 80 ετών το Σάββατο 15 Αυγούστου στην Ουρένσε.

Ο Ροντρίγκεζ Παντόχα, γνωστός και ως το «Αγόρι των Λύκων της Σιέρα Μορένα», έμεινε στην ιστορία για την ασυνήθιστη παιδική του ηλικία, καθώς πέρασε τα πιο καθοριστικά χρόνια της ζωής του ανάμεσα σε άγρια ζώα, μέχρι την ηλικία των 19 ετών. Αργότερα θα έλεγε ότι εκείνη ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του.

Μόνος στην άγρια φύση από πολύ μικρή ηλικία

Γεννήθηκε στην Ανιόρα της Κόρδοβα και το 1954 βρέθηκε απομονωμένος στην οροσειρά Σιέρα Μορένα, στην επαρχία Χαέν, ενώ εργαζόταν ως βοσκός κατσικιών.

Η μητέρα του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν μόλις τριών ετών, ενώ ο πατέρας του, ο οποίος σύμφωνα με τις αφηγήσεις του ήταν κακοποιητικός, έφυγε αργότερα με άλλη γυναίκα.

Ο βοσκός που τον εκπαίδευε, μαθαίνοντάς του πώς να ανάβει φωτιά, να βρίσκει τροφή και νερό και να κατασκευάζει εργαλεία, είτε πέθανε είτε εξαφανίστηκε ξαφνικά, αφήνοντας το παιδί ολομόναχο στην άγρια φύση.

Η λύκαινα που τον «υιοθέτησε»

Ο ίδιος εξηγούσε αργότερα ότι κατάφερε να επιβιώσει παρατηρώντας τα ζώα των βουνών και κυρίως ποιους καρπούς και ρίζες επέλεγαν για τροφή.

Κάποια στιγμή, σύμφωνα με την αφήγησή του, τον εντόπισε μια λύκαινα, η οποία αρχικά του έδωσε τροφή και στη συνέχεια τον δέχθηκε στην αγέλη της.

«Αφού τάισε τα μικρά της, μου πέταξε ένα κομμάτι κρέας. Δεν ήθελα να το αγγίξω γιατί νόμιζα ότι θα μου επιτεθεί, όμως εκείνη έσπρωχνε το κρέας προς το μέρος μου με τη μύτη της», είχε πει ο Ροντρίγκεζ Παντόχα στο BBC σε συνέντευξή του το 2013.

Όπως είχε περιγράψει, πήρε τελικά το κρέας και το έφαγε. Όταν η λύκαινα τον πλησίασε, φοβήθηκε ότι θα τον δαγκώσει, όμως εκείνη άρχισε να τον γλείφει.

«Από εκείνη τη στιγμή ήμουν κι εγώ μέλος της οικογένειας», είχε πει.

Η ζωή σαν άγριο ζώο στα ισπανικά βουνά

Με έναν τρόπο σχεδόν απίστευτο, οι λύκοι τον αποδέχθηκαν ως μέλος της αγέλης. Του άφηναν υπολείμματα τροφής και, σύμφωνα με τον ίδιο, κοιμούνταν μαζί του μέσα σε σπηλιές.

Για χρόνια, ο Ροντρίγκεζ Παντόχα έζησε αποκομμένος από τον ανθρώπινο κόσμο, αναπτύσσοντας συμπεριφορές και ένστικτα που παρέπεμπαν περισσότερο σε άγριο ζώο παρά σε παιδί που μεγάλωνε μέσα σε κοινωνία.

«Τα πήγαινα πολύ καλά και δεν ήξερα καν τι ήταν τα χρήματα, αλλά ποτέ δεν μου έλειψε το φαγητό», είχε δηλώσει ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα στην εκπομπή Informe Semanal της ισπανικής τηλεόρασης TVE το 2010.

«Αν ήθελα να ψαρέψω, ψάρευα στο ποτάμι. Αν ήθελα κουνέλι, έπιανα ένα. Αν ήθελα ελάφι, φώναζα τους γονείς μου, που ήταν οι λύκοι, έβγαζα ένα ουρλιαχτό, κρυβόμουν στο ποτάμι και οι λύκοι κατέβαζαν τα ζώα προς το μέρος μου».

Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε αναπτύξει ακόμη και μια παράξενη «φιλία» με ένα φίδι, το οποίο τον ακολουθούσε επειδή το τάιζε με κατσικίσιο γάλα.

Η οδυνηρή επιστροφή στον πολιτισμό

Το 1965, όταν ήταν 19 ετών, εντοπίστηκε από τη Guardia Civil να περιφέρεται ξυπόλητος, φορώντας εν μέρει γούνες και επικοινωνώντας κυρίως με γρυλίσματα και άναρθρους ήχους. Στα πέλματά του είχαν σχηματιστεί τεράστιοι κάλοι από τα χρόνια ζωής χωρίς παπούτσια.

Οι αστυνομικοί τον απομάκρυναν με τη βία από τα βουνά, ενώ εκείνος, σύμφωνα με τις περιγραφές, ούρλιαζε και τους δάγκωνε.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε ορφανοτροφείο, όπου μοναχές τού έμαθαν ξανά να περπατά όρθιος, να τρώει σε τραπέζι και να μιλά.

Ο Ροντρίγκεζ Παντόχα θα έλεγε αργότερα ότι η επιστροφή στην κοινωνία, έπειτα από 12 χρόνια σχεδόν πλήρους απομόνωσης από τον πολιτισμό, ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία της ζωής του. Καθημερινά πράγματα, όπως ο θόρυβος των αυτοκινήτων, τα πλήθη ή ακόμη και μια επίσκεψη στον κουρέα, του φαίνονταν εντελώς άγνωστα και απειλητικά.

Αργότερα στάλθηκε στη Μαγιόρκα, όπου έζησε και εργάστηκε σε ξενώνα, όμως δυσκολευόταν να ενταχθεί στην κοινωνική ζωή. Προτιμούσε ακόμη και να κοιμάται στο πάτωμα, πάνω σε μια στοίβα από κουβέρτες, αντί σε κρεβάτι.

Με τον καιρό ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και εργάστηκε ως βοσκός αλλά και στον χώρο της φιλοξενίας.

Σε συνέντευξή του το 2018 είχε δηλώσει απογοητευμένος από την ανθρώπινη φύση και είχε εκφράσει την επιθυμία να εγκαταλείψει ξανά την κοινωνία. Επιχείρησε μάλιστα να επιστρέψει στα βουνά και να ζήσει και πάλι κοντά στους λύκους, όμως ο τόπος είχε αλλάξει δραματικά: η σπηλιά του είχε δώσει τη θέση της σε εξοχικά σπίτια και ηλεκτρικούς φράχτες, ενώ οι λύκοι δεν τον πλησίαζαν πλέον.

«Υπάρχουν λύκοι και, αν τους καλέσω, θα μου απαντήσουν, αλλά δεν θα με πλησιάσουν. Μυρίζω σαν άνθρωπος, φοράω κολόνια», είχε πει.

Η γαλήνη στα τελευταία χρόνια της ζωής του

Η εντυπωσιακή ιστορία της ζωής του μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2010 με την ισπανική ταινία «Entre lobos» («Ανάμεσα στους λύκους»), σε σκηνοθεσία του Χεράρδο Ολιβάρες. Ο σκηνοθέτης είχε ανακαλύψει τυχαία την ιστορία του στο διαδίκτυο και αργότερα έγινε φίλος του.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μάρκος Ροντρίγκεζ Παντόχα ζούσε στο χωριό Ράντε, στην Ουρένσε, έχοντας πλέον γύρω του μια δεμένη κοινότητα φίλων και γειτόνων.

Περισσότεροι από 300 άνθρωποι έδωσαν το «παρών» στην κηδεία του.

«Ήταν πολύ αγαπητός και πιστεύω ότι έζησε ευτυχισμένος στα τελευταία χρόνια της ζωής του», δήλωσε ο Ολιβάρες στο Cordópolis.

Όπως είπε, στο τέλος ο Ροντρίγκεζ Παντόχα κατάφερε τελικά να προσαρμοστεί στην κοινωνία και να ζήσει ευτυχισμένος ως άνθρωπος.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή