Το χρέος των ΗΠΑ γίνεται ωρολογιακή βόμβα για την αμερικανική οικονομία - Ξεπέρασε τα $40 τρισ.

Το διευρυνόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα και οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη πιέζουν προς τα πάνω τα επιτόκια στην αγορά κρατικού χρέους, προκαλώντας ανησυχία στους επενδυτές και κινητοποιώντας το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών

Το χρέος των ΗΠΑ γίνεται ωρολογιακή βόμβα για την αμερικανική οικονομία - Ξεπέρασε τα $40 τρισ.

Δεν πρόκειται για παρέμβαση της αμερικανικής κυβέρνησης στην αγορά, ωστόσο η κίνηση παραπέμπει σε κάτι τέτοιο και δείχνει ότι ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη σοβαρότητα τις εξελίξεις.

Η αγορά αμερικανικού χρέους βρίσκεται υπό έντονη πίεση, με τις αποδόσεις των πολύ μακροπρόθεσμων ομολόγων να έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, επισημαίνεται σε δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Washington Times.

Σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις πιέσεις, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα διπλασιάσει τον Σεπτέμβριο τις επαναγορές κρατικού χρέους με διάρκεια 10 έως 30 ετών.

Πρόκειται για μια τεχνική παρέμβαση περιορισμένης κλίμακας: περίπου 4 δισ. δολάρια την εβδομάδα, σε μια αγορά όπου το καθαρό δημόσιο χρέος ανέρχεται σε περίπου 32 τρισ. δολάρια, ενώ το συνολικό χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, έχοντας διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία.

Η ανακοίνωση, πάντως, είχε άμεσο αντίκτυπο στις αγορές. Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου υποχώρησε από 5,34% σε 5,20%, ενώ η απόδοση του 10ετούς έπεσε στο 4,65%, από 4,75% την προηγούμενη ημέρα.

Η λογική είναι απλή: όταν μειώνεται η ποσότητα των διαθέσιμων τίτλων στην αγορά, περιορίζεται και η δυνατότητα των επενδυτών να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να τους αγοράσουν, σημειώνεται στο ίδιο δημοσίευμα.

Ωστόσο, η κίνηση έχει κυρίως προσωρινό χαρακτήρα. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ουσιαστικά αυξάνει ελαφρά τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό προκειμένου να επαναγοράσει μακροπρόθεσμο χρέος, ελπίζοντας ότι αργότερα θα μπορεί να δανείζεται με καλύτερους όρους για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους.

Μπέσεντ: Το πρόγραμμα επαναγοράς αμερικανικού χρέους μπορεί να ξεπεράσει τα 4 δισ. δολάρια

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε στο CNBC ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ενδέχεται να αυξήσει περαιτέρω το μέγεθος των επαναγορών κρατικών ομολόγων, καθώς οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Ο Μπέσεντ ανέφερε ότι το πρόγραμμα επαναγοράς χρέους, το οποίο ανακοινώθηκε την Τετάρτη, μπορεί να υπερβεί το όριο των 4 δισ. δολαρίων ανά έκδοση.

«Θα αυξήσουμε το μέγεθος της επαναγοράς. Θα σημείωνα ότι μπορεί να είναι πάνω από 4 δισ. δολάρια ανά έκδοση», δήλωσε χαρακτηριστικά σε ζωντανή συνέντευξή του στο CNBC.

Η παρέμβαση προκάλεσε προσωρινή αποκλιμάκωση στις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, οι οποίες είχαν αρχίσει να αντιστρέφουν την πτώση που σημείωσαν μετά την ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών.

Το πρόβλημα του αμερικανικού ελλείμματος

Η πίεση στην αγορά ομολόγων έχει αρχίσει να μετατρέπεται και σε πολιτικό ζήτημα, σημειώνουν οι Washington Times. Ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την Τετάρτη τη δυσαρέσκειά του για την πορεία των επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι η σχέση μεταξύ ισχυρών οικονομικών επιδόσεων και χαμηλότερου κόστους δανεισμού δεν λειτουργεί πλέον όπως στο παρελθόν.

Το βασικό πρόβλημα είναι η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ. Το έλλειμμα για το οικονομικό έτος που ολοκληρώνεται στις 30 Σεπτεμβρίου εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 2,1 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 5,8% του αμερικανικού ΑΕΠ και είναι περίπου 200 δισ. δολάρια υψηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Στην επιδείνωση των δημοσιονομικών δεδομένων συμβάλλει η μείωση των εσόδων από τους δασμούς, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό ακυρώθηκαν έπειτα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Την ίδια στιγμή, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται σημαντικά. Το κόστος του Πενταγώνου ανέρχεται σε περίπου 1 τρισ. δολάρια το 2026, ενώ για το 2027 προβλέπεται να φτάσει τα 1,5 τρισ. δολάρια.

Παράλληλα, το αμερικανικό Δημόσιο καταβάλλει περίπου 1 τρισ. δολάρια ετησίως σε τόκους στους κατόχους κρατικού χρέους. Το μέσο κόστος δανεισμού έχει φτάσει περίπου στο 3,4%, έχοντας διπλασιαστεί από το χαμηλό του 2020.

Η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τη ζήτηση για κεφάλαια

Στο πρόβλημα προστίθεται και η έκρηξη των επενδύσεων στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί πραγματοποιούν τεράστιες επενδύσεις για την κατασκευή των data centers που απαιτούνται για την ανάπτυξη της AI, ενώ παράλληλα δεσμεύονται για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και υπολογιστικής ισχύος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η OpenAI, η οποία έχει συμφωνήσει να κατασκευάσει στο Οχάιο data centers συνολικής ισχύος 10 gigawatts. Η κατανάλωσή τους θα αντιστοιχεί περίπου στην παραγωγή δέκα πυρηνικών αντιδραστήρων.

Η Nvidia, βασικός προμηθευτής των συστημάτων και των τσιπ που απαιτούνται για την τεχνητή νοημοσύνη, έχει δεσμευθεί να εγγυηθεί τη χρηματοδότηση της επένδυσης ύψους 105 δισ. δολαρίων.

Έρευνα της Wall Street Journal για τις Alphabet, Amazon, Meta και Microsoft δείχνει το μέγεθος των κεφαλαιακών αναγκών. Οι τέσσερις εταιρείες έχουν συνολικό δανεισμό περίπου 356 δισ. δολαρίων και έχουν υπογράψει συμφωνίες για μισθώσεις υπολογιστικής ισχύος και ηλεκτρικής ενέργειας ύψους 248 δισ. δολαρίων.

Πέρα από αυτά, υπάρχουν δεσμεύσεις για αγορές και επενδύσεις ύψους περίπου 2,4 τρισ. δολαρίων, οι οποίες δεν έχουν ακόμη καταγραφεί στους σχετικούς λογαριασμούς.

Η Meta, η Amazon και η Microsoft δεν διαθέτουν πλέον επαρκείς ταμειακές ροές για να χρηματοδοτούν μόνες τους το σύνολο των επενδύσεών τους και στρέφονται στις αγορές. Έτσι, τα δικά τους ομόλογα ανταγωνίζονται άμεσα τους τίτλους του αμερικανικού Δημοσίου, ασκώντας επιπλέον ανοδική πίεση στις αποδόσεις.

Άμυνα και επαναβιομηχάνιση προσθέτουν νέες ανάγκες

Στη ζήτηση κεφαλαίων προστίθενται και οι επενδύσεις για την επιστροφή παραγωγικών δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ, με στόχο τη μείωση των ευπαθειών που ανέδειξε η πανδημία, ιδιαίτερα σε σχέση με την Κίνα.

Ο οικονομικός σχολιαστής της Wall Street Journal, Γκρεγκ Ιπ, συνοψίζει την εικόνα επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα εποχή αυξημένων κεφαλαιακών αναγκών για data centers, στρατιωτικές δαπάνες και επαναπατρισμό παραγωγής.

Το αποτέλεσμα είναι οι επενδυτές να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να διαθέσουν τα κεφάλαιά τους.

Ο πληθωρισμός και η Fed περιπλέκουν την κατάσταση

Στις πιέσεις των επιτοκίων προστίθεται η επίμονη ανησυχία για τον πληθωρισμό.

Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ μπορεί να απέχει από τα επίπεδα του 2021, όταν ξεπερνούσε το 9%, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται πάνω από τον στόχο της Federal Reserve. Τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στο 3,4% σε ετήσια βάση, ενώ χωρίς τρόφιμα και ενέργεια έφτασε το 2,4%, πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Fed.

Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τις αμφιβολίες για την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.

Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουορς, διατήρησε τον Ιούλιο τα επιτόκια στο 3,5%-3,75%, αντιμετωπίζοντας τρεις διαφωνίες στο διοικητικό συμβούλιο.

Παράλληλα, έγινε γνωστό ότι διατηρεί τακτική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που έχει προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με την παραδοσιακή ανεξαρτησία της Fed.

Ο Τραμπ τάχθηκε υπέρ του Γουορς και της πρόθεσής του να μειώσει τα επιτόκια, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο συμβούλιο νομισματικής πολιτικής, το οποίο χαρακτήρισε πολιτικό.

Ανησυχία και για την αγορά ακινήτων

Η νευρικότητα στις αγορές εντείνεται και από τους φόβους για ενδεχόμενες χρηματοπιστωτικές αστοχίες.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του hedge fund Situational Awareness, που συνδέεται με τον πρώην εργαζόμενο της OpenAI Λεοπόλντ Άσενμπρενερ. Η αποτίμησή του υποχώρησε στα 10 δισ. δολάρια, από 45 δισ. στο υψηλότερο σημείο του.

Το fund είχε επενδύσει σημαντικά κεφάλαια, χρησιμοποιώντας και δανεισμό, σε εταιρείες υποδομών τεχνητής νοημοσύνης. Η αγορά αυτών των εταιρειών διορθώθηκε τον Ιούνιο, μετά την έντονη άνοδο που είχε προηγηθεί.

Παράλληλα, ανησυχίες προκαλεί η επέκταση του μη τραπεζικού ιδιωτικού δανεισμού. Επενδυτές που για χρόνια είχαν συνηθίσει σε εξαιρετικά φθηνό χρήμα καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν ετήσιο κόστος δανεισμού τουλάχιστον 5%.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πορεία των επιτοκίων και λόγω της αγοράς ακινήτων. Τα στεγαστικά δάνεια 30 ετών παραμένουν ακριβά, με το επιτόκιο να βρίσκεται στο 6,67%, παρά την υποχώρηση από το υψηλό του 7,8% τον Οκτώβριο του 2023.

Η άνοδος των επιτοκίων δεν έχει οδηγήσει σε ανάλογη πτώση των τιμών των κατοικιών, μεταξύ άλλων λόγω της εκτόξευσης του κατασκευαστικού κόστους.

Το αποτέλεσμα είναι η κατοικία να γίνεται ολοένα λιγότερο προσιτή για τους Αμερικανούς. Σύμφωνα με τη Bankrate, η μέση μηνιαία δόση στεγαστικού δανείου αυξήθηκε κατά 40% μεταξύ 2021 και 2025, φτάνοντας τα 2.150 δολάρια.

Παρά τις πιέσεις, η κατάσταση στις αμερικανικές αγορές παραμένει προς το παρόν διαχειρίσιμη και δεν έχει προκαλέσει νέα μεγάλη πτώση στη Wall Street.

Το ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει αυτή η ισορροπία.

Ο πρώην επικεφαλής της JP Morgan, Ραμόν ντε Ολιβέιρα, εκτιμά ότι κρίσιμο όριο για την αγορά των 10ετών αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται στο 6%.

Ταυτόχρονα, οι πιέσεις στο αμερικανικό χρέος συνδέονται ολοένα περισσότερο με τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές.

Η Ιαπωνία, αντιμέτωπη με οικονομικές δυσκολίες, εξετάζει την πώληση αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων που διαθέτει, προκειμένου να αντιμετωπίσει την άνοδο των επιτοκίων στο εσωτερικό και την υποχώρηση του γεν. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στα τέλη Ιουλίου σε κοινή παρέμβαση της Ιαπωνίας και της Fed στις αγορές.

Στην Ευρώπη, την ίδια ώρα, δεν αποκλείεται νέα κρίση χρέους στην ευρωζώνη, καθώς οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται, με ιδιαίτερη ένταση στη Γαλλία, όπου έχουν φτάσει σε επίπεδα που παραπέμπουν στη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή