Η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες δανείζονται με υψηλότερα επιτόκια από την Ελλάδα
Μια κατάσταση που δεν έχει ξαναδεί η Ιαπωνία από το 1996.
Στις αγορές ομολόγων, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια καταγράφουν από τα τέλη Αυγούστου επίπεδα-ρεκόρ. Τα επιτόκια στη Γαλλία βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδο από την κρίση του 2008.
Η Γαλλία θεωρείται από τους επενδυτές η πιο επικίνδυνη χώρα της ευρωζώνης, με το 10ετές επιτόκιο να διαμορφώνεται την Τρίτη στο 4,21%, υψηλότερα από το αντίστοιχο της Ελλάδας, που βρισκόταν στο 4,04%, όπως επισημαίνει το γαλλικό bfmtv.
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο για την Ελλάδα είναι ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται πλέον χαμηλότερα από τη γαλλική, με 4,04% έναντι 4,21%. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αντιστροφή της εικόνας που επικρατούσε επί χρόνια στις αγορές κρατικού χρέους.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η σχετική πιστοληπτική εικόνα της χώρας μας έχει βελτιωθεί σημαντικά.
Το μεγαλύτερο ζήτημα πλέον είναι εάν η άνοδος των αποδόσεων θα παραμείνει περιορισμένη στις αγορές κρατικού χρέους ή θα περάσει ευρύτερα στην οικονομία, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά και περιορίζοντας την ανάπτυξη.
Η Γερμανία δεν μένει ανεπηρέαστη. Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού δεκαετούς επιτοκίου Bund βρίσκεται επίσης στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, στο 3,35%.
Εκτός ευρωζώνης, οι επενδυτές απαιτούν από το Ηνωμένο Βασίλειο απόδοση 5,23% για να δανείσουν χρήματα για 10 χρόνια, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση για τον νέο πρωθυπουργό των Εργατικών Άντι Μπέρναμ.
Για τα νοικοκυριά, η άνοδος των κρατικών επιτοκίων αναμένεται να μεταφραστεί σε ακριβότερα στεγαστικά δάνεια, καθώς οι τράπεζες μετακυλίουν στα επιτόκια των πελατών τους την επιδείνωση των δικών τους συνθηκών χρηματοδότησης, επισημαίνει η εταιρεία διαμεσολάβησης στεγαστικών δανείων Cafpi.
Στη Γαλλία, τα μέσα επιτόκια στεγαστικών δανείων αυξήθηκαν ήδη τον Αύγουστο σε 3,23% για 15 χρόνια, αυξημένα κατά 0,07 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν μήνα, 3,43% για 20 χρόνια, αυξημένα κατά 0,13 μονάδες, 3,53% για 25 χρόνια, αυξημένα κατά 0,10 μονάδες.
Η άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει παράλληλα και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους των ιδιαίτερα υπερχρεωμένων κρατών, όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ.
«Αυτή τη στιγμή, το αμερικανικό Δημόσιο πληρώνει περίπου 1,2 έως 1,3 τρισ. δολάρια τον χρόνο μόνο για τους τόκους του χρέους του», εκτιμά ο Βαλεντίν Μπισά, επικεφαλής οικονομολόγος της ελβετικής τράπεζας Mirabaud.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση θα πρέπει να συνυπολογίσει την «επιβάρυνση από το χρέος» κατά την προετοιμασία του προϋπολογισμού του 2027.
Το κόστος αυτό αναμενόταν να φτάσει τα 64 δισ. ευρώ για ολόκληρο το 2026, σύμφωνα με εκτίμηση που είχε κάνει στα τέλη Ιουνίου ο υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκίρ, πριν από την άνοδο της απόδοσης του 10ετούς γαλλικού ομολόγου πάνω από το 4%.
Γιατί αυξάνονται τα επιτόκια;
Η πανδημία του Covid-19 το 2020-2021, ο πόλεμος στην Ουκρανία το 2022, οι εμπορικοί πόλεμοι του 2025 και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή το 2026 έχουν δημιουργήσει, σύμφωνα με τον Βαλεντίν Μπισά, «μια αλληλουχία σοκ στην προσφορά», η οποία τροφοδοτεί τον πληθωρισμό.
Η άνοδος των τιμών μειώνει την πραγματική αξία των κεφαλαίων που διατίθενται στην αγορά αποταμιεύσεων. Για να προστατευθούν από αυτή την απώλεια, οι επενδυτές αυξάνουν τις απαιτήσεις τους για αποδόσεις, ουσιαστικά προσθέτοντας στα επιτόκια μια «πριμοδότηση κινδύνου».
Οι κεντρικές τράπεζες, από την πλευρά τους, αυξάνουν τα επιτόκια προκειμένου να περιορίσουν τον πληθωρισμό, μειώνοντας τη δημιουργία χρήματος μέσω τραπεζικού δανεισμού.
Με απλά λόγια, καθιστούν τον δανεισμό ακριβότερο ώστε οι τράπεζες να δανείζουν λιγότερο, περιορίζοντας έτσι την οικονομική δραστηριότητα και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι αγορές προεξοφλούν πλέον νέα αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) από τον Σεπτέμβριο, ιδιαίτερα καθώς ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, στο 3,3% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, έναντι 2,9% τον Ιούλιο.
Οι επενδυτές στοιχηματίζουν επίσης σε αύξηση των επιτοκίων της Federal Reserve από τον Σεπτέμβριο, μετά την επιθετική τοποθέτηση του προέδρου της, Κέβιν Γουορς, την Παρασκευή. Ο ίδιος έδωσε έμφαση στον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο 3,7%.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη παράγοντας που πιέζει προς τα πάνω τις αποδόσεις των ομολόγων: ο ανταγωνισμός για τις αποταμιεύσεις επιστρέφει.
«Τα κράτη δανείζονται περισσότερο, την ώρα που οι επιχειρήσεις προσφεύγουν στις αγορές για να χρηματοδοτήσουν έναν νέο επενδυτικό κύκλο», εξηγούσε στις 27 Αυγούστου ο οικονομολόγος Φλοριάν Ιελπό, σε σημείωμά του προς πελάτες της τράπεζας Lombard Odier.
Η αναφορά αφορά κυρίως τις τεράστιες επενδύσεις των τεχνολογικών κολοσσών στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως εξηγεί ο οικονομολόγος, η προσφορά αποταμιεύσεων δεν προσαρμόζεται αρκετά γρήγορα στην αυξανόμενη ζήτηση, με αποτέλεσμα «η τιμή του κεφαλαίου να αυξάνεται και να γίνεται πιο ευμετάβλητη».