Η απίστευτη ιστορία 69χρονου που έχτισε ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο στην Ιταλία και πουλούσε εισιτήρια

Οργάνωσε ξεναγήσεις και ιστορικές αναπαραστάσεις, έφτασε να χρεώνει εισιτήριο έως και 40 ευρώ ανά επισκέπτη

Η απίστευτη ιστορία 69χρονου που έχτισε ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο στην Ιταλία και πουλούσε εισιτήρια
Snapshot
  • Ο Φράνκο Μαλόσο κατασκεύασε ένα ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο στην επαρχία Βιτσέντσα, χρησιμοποιώντας σύγχρονα υλικά με τεχνητή παλαίωση.
  • Παρουσίαζε το θέατρο ως αρχαιολογικό εύρημα και οργάνωνε ξεναγήσεις, χρεώνοντας εισιτήριο έως και 40 ευρώ.
  • Μετά από δικαστική διαδικασία δέκα ετών, καταδικάστηκε σε δύο χρόνια και τέσσερις μήνες φυλάκιση για παράνομη κατασκευή και παραποίηση έργων τέχνης.
  • Η Εφορεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς επιβεβαίωσε ότι το θέατρο ήταν σύγχρονη κατασκευή χωρίς αρχαιολογική βάση.
  • Ο Μαλόσο υποχρεούται να αποζημιώσει τον Δήμο, να κατεδαφίσει το θέατρο και να αποκαταστήσει τον λόφο, αλλά η εκτέλεση των εντολών δεν έχει ολοκληρωθεί.
Snapshot powered by AI

Κατασκεύασε ένα ψεύτικο ρωμαϊκό θέατρο στους λόφους της επαρχίας Βιτσέντσα στην Ιταλία, χρησιμοποιώντας σύγχρονους λίθους που είχαν υποστεί τεχνητή παλαίωση ώστε να μοιάζουν αρχαίοι. Το παρουσίασε ως αρχαιολογικό εύρημα με κατάλοιπα από την Αρχαία Ελλάδα, την Αρχαία Ρώμη ακόμη και τη Νεολιθική εποχή.

italia-1.jfif

Οργάνωσε ξεναγήσεις και ιστορικές αναπαραστάσεις, έφτασε να χρεώνει εισιτήριο έως και 40 ευρώ ανά επισκέπτη, κατάφερε μάλιστα να συμπεριληφθεί κατά λάθος σε επίσημο τουριστικό οδηγό και τελικά κατέληξε στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί οριστικά σε δύο χρόνια και τέσσερις μήνες κάθειρξη.

Αυτή είναι η απίστευτη ιστορία του Φράνκο Μαλόσο, ενός 69χρονου Ιταλού, ο οποίος στους καλλιτεχνικούς κύκλους χρησιμοποιούσε το όνομα Franz Von Rosenfranz και κατάφερε να δημιουργήσει μία από τις πιο παράδοξες αρχαιολογικές απάτες στην Ιταλία.

Ύστερα από μια δικαστική διαδικασία που διήρκεσε δέκα χρόνια, αφού απορρίφθηκε το αίτημα για αναστολή της ποινής και το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την καταδίκη, ο δημιουργός αυτής της τεράστιας απάτης οδηγήθηκε πριν από μερικούς μήνες στις φυλακές Βεντιμίλια, προκειμένου να εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε για παράνομη κατασκευή και παραποίηση έργων τέχνης.

Η αρχή της ιστορίας δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη. Τοποθετείται λίγα χρόνια πριν από το 2016, όταν ο Μαλόσο άρχισε να κατασκευάζει το ψεύτικο αρχαίο θέατρο στους λόφους του Αρκουνιάνο, στην επαρχία της Βιτσέντσα.

Σε μια έκταση 5.000 τετραγωνικών μέτρων, τοποθέτησε μια σειρά από κερκίδες κατασκευασμένες από πέτρες που είχαν τοποθετηθεί και επεξεργαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται αρχαίες. Ψεύτικες ήταν επίσης οι κολόνες, κατασκευασμένες από τσιμέντο, τα αγάλματα από γύψο και μια τεχνητή λίμνη που είχε σκαφτεί κάτω από τις κερκίδες, στην περιοχή της «αρένας».

Το λεγόμενο Αμφιθέατρο Μπερίκο, το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει παρά το όνομά του, είναι στην πραγματικότητα μια κατασκευή εμπνευσμένη από ρωμαϊκό θέατρο, με ημικυκλική κάτοψη.

Το 2016, μετά από καταγγελία του Δήμου Αρκουνιάνο, ξεκίνησε έρευνα η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ολόκληρο το συγκρότημα ήταν σύγχρονο και είχε κατασκευαστεί χωρίς τις απαραίτητες πολεοδομικές και περιβαλλοντικές άδειες. Τότε άρχισε μια πολύπλοκη δικαστική διαδικασία, γεμάτη προσφυγές από την πλευρά της υπεράσπισης.

Δεν έχει ξεκαθαριστεί με σαφήνεια αν η πρόθεση του Μαλόσο ήταν να ανακατασκευάσει ένα υποτιθέμενο αρχαίο θέατρο ή απλώς να δημιουργήσει έναν ψεύτικο αρχαιολογικό χώρο και να τον παρουσιάσει ως αυθεντικό.

Η εκδοχή του άλλαζε με την πάροδο του χρόνου. Αρχικά παρουσίαζε τον χώρο ως γνήσιο αρχαιολογικό εύρημα με κατάλοιπα διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Αργότερα, όταν άρχισαν οι έρευνες, υποστήριξε ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για ανακατασκευή ενός υποτιθέμενου αρχαίου θεάτρου που, σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρχε κάτω από τον λόφο.

Η θεωρία αυτή όμως απορρίφθηκε από την Εφορεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η οποία αποφάνθηκε ότι στην περιοχή δεν υπήρχε κανένα αρχαιολογικό κατάλοιπο και ότι όλες οι κατασκευές ήταν σύγχρονες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των ετών, η υπεράσπιση του Μαλόσο υποστήριζε ότι η παραποίηση είχε γίνει με τόσο «χοντροκομμένο» τρόπο, ώστε ήταν αδύνατο κάποιος να πιστέψει ότι επρόκειτο για πραγματικό αρχαιολογικό εύρημα και επομένως δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία της εξαπάτησης.

Η καταδίκη περιλαμβάνει αδικήματα σχετικά με πολεοδομικές παραβάσεις και προσβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Οι δικαστές έκριναν ότι αποδείχθηκε πως η τεράστια εγκατάσταση είχε παρουσιαστεί ως αυθεντικό αρχαιολογικό κατάλοιπο, αποφέροντας παράλληλα οικονομικό όφελος μέσω των επισκέψεων και των δραστηριοτήτων που οργανώνονταν στον χώρο.

Η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί έκπληξη στην Ιταλία, λόγω του τρόπου με τον οποίο κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί μια τέτοιας έκτασης αυταπάτη.

Οι ειδικοί που ρωτήθηκαν συμφωνούν ότι ένας αυθεντικός αρχαιολογικός χώρος είναι εύκολα αναγνωρίσιμος από έναν ειδικό.

Ο Τζάκοπο Μπονέτο, αρχαιολόγος και καθηγητής στο Τμήμα Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Πανεπιστημίου της Πάντοβα, εξηγεί ότι η αναγνώριση δεν βασίζεται μόνο στην οπτική εικόνα μιας κατασκευής, αλλά και στα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της, στα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, στις τεχνικές κατασκευής και στην κατάσταση διατήρησής της.

«Είναι εντελώς παράλογο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να μπερδέψει ένα αρχαίο κτίριο με ένα σύγχρονο, ακόμη κι αν έχουν κατασκευαστεί με παρόμοιο τρόπο», σημειώνει σε δηλώσεις του.

Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο, τα ρωμαϊκά κτίρια αναγνωρίζονται από τα αρχιτεκτονικά τους χαρακτηριστικά, τα υλικά, τις τεχνικές κατασκευής και κυρίως από τη φθορά που έχει συσσωρευτεί μέσα στους αιώνες, στοιχεία που είναι αδύνατο να αναπαραχθούν πιστά σε μια πρόσφατη κατασκευή.

Παράλληλα, προσθέτει ότι το κόστος ενός τέτοιου έργου θα ήταν τεράστιο: «Η ανακατασκευή σήμερα ενός αμφιθεάτρου θα απαιτούσε τεράστια δαπάνη, δύσκολα διαχειρίσιμη από έναν ιδιώτη».

Ο Μπονέτο υπογραμμίζει επίσης ότι ακόμη και η ίδια η τοποθεσία του υποτιθέμενου θεάτρου θα έπρεπε να προκαλεί υποψίες.

«Το πλαίσιο είναι θεμελιώδες, καθώς τα αρχαία κτίρια κατασκευάζονταν μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Τα αρχαία αμφιθέατρα χτίζονταν στο 99% των περιπτώσεων έξω από τις ρωμαϊκές πόλεις. Ένα αμφιθέατρο στη μέση της υπαίθρου, μακριά από έναν αρχαίο οικισμό, είναι φυσικά ψεύτικο», αναφέρει.

Ο ειδικός επισημαίνει ότι τέτοια περιστατικά είναι, ευτυχώς, εξαιρετικά σπάνια.

Πέρα από το ίδιο το περιστατικό, ο Μπονέτο θεωρεί ότι η υπόθεση αναδεικνύει τη σημασία της επιστημονικής αυστηρότητας στη διαχείριση της ιστορικής κληρονομιάς.

«Οι αρμοδιότητες πρέπει να γίνονται σεβαστές και αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Πολύ συχνά η πολιτιστική κληρονομιά βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη εξειδίκευση. Η ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά είναι ένας τεράστιος πλούτος που πρέπει να προστατεύεται και απαιτεί εξειδικευμένους επιστήμονες», υποστηρίζει.

Για την περίπτωση της Βιτσέντσα, προσθέτει ότι «αρκούσε μια επιθεώρηση από αρμόδιους αρχαιολόγους για να γίνει κατανοητό ότι επρόκειτο για μια απάτη».

Η δικαστική απόφαση υποχρεώνει επιπλέον τον Μαλόσο να αποζημιώσει τον Δήμο για τις ζημιές που προκάλεσε, να κατεδαφίσει το θέατρο και τις υπόλοιπες παράνομες κατασκευές και να αποκαταστήσει τον λόφο στην αρχική του κατάσταση. Ωστόσο, η εντολή αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεστεί.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή