Ρωσία: Ο λόγος που ο αρχηγός της CIA Τζον Ράτκλιφ πήγε στη Μόσχα
Αμερικανικό στρατιωτικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στη Μόσχα
Το στρατιωτικό μεταγωγικό αεροσκάφος Boeing C-17 Globemaster III της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ που προσγειώθηκε σήμερα στο Διεθνές Αεροδρόμιο Βνούκοβο στη Μόσχα από τη Λετονία, ενδέχεται να παρέλαβε έναν Αμερικανό κρατούμενο.
Όπως μετέδωσε το CBS News, επικαλούμενο πηγές, στο αεροπλάνο επέβαινε ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, για συναντήσεις που έχουν προγραμματιστεί για σήμερα στη Μόσχα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες αμερικανικού μέσου, ο Ράτκλιφ ταξίδεψε στη Ρωσία με αμερικανικό στρατιωτικό μεταγωγικό αεροσκάφος C-17. Ωστόσο, δεν διευκρινίστηκε με ποιον ακριβώς πρόκειται να συναντηθεί ο επικεφαλής της CIA στη Μόσχα ούτε ποια θέματα αναμένεται να συζητηθούν.
Σύμφωνα με το Axios, ο διευθυντής της CIA έφτασε στη Μόσχα για συνομιλίες με Ρώσους αξιωματούχους. Αυτό είναι το πρώτο ταξίδι του Ράτκλιφ στη ρωσική πρωτεύουσα από τον διορισμό του και είναι ο υψηλότερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ που ταξιδεύει στη Ρωσία από τον Ιανουάριο.
Σύμφωνα με πηγή του Ostorozhno Media, όπως μεταδίδει η La Repubblica, το εν λόγω άτομο που ενδέχεται να παρέλαβε ο διευθυντής της CIA είναι Charles Wayne Zimmerman, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε πέντε χρόνια φυλάκιση για κατοχή όπλων και πυρομαχικών που βρέθηκαν στο γιοτ του.
Στον άνδρα, όπως μεταδίδεται, στάλθηκε αίτημα χάριτος για να υπογράψει στη φυλακή αυτό το καλοκαίρι, το οποίο και υπέγραψε.
Το αεροσκάφος αναχώρησε από την Κοινή Βάση Άντριους κοντά στην Ουάσινγκτον την Κυριακή, σταμάτησε στη Ρίγα της Λετονίας και έφτασε στη ρωσική πρωτεύουσα γύρω στις 10 π.μ. τοπική ώρα. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι δεν είχε πληροφορίες για το περιστατικό.
Ποιος είναι ο Ζίμερμαν
Ο 58χρονος Τσαρλς Ζίμερμαν είναι ηλεκτρολόγος (master electrician) και βετεράνος του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού με καταγωγή από την πολιτεία της Βιρτζίνια.
Αποφάσισε να υλοποιήσει το μεγάλο όνειρο της ζωής του: τον γύρο του κόσμου μόνος του με ιστιοπλοϊκό. Το καλοκαίρι του 2025, ο Ζίμερμαν έλυσε τους κάβους με τελικό προορισμό τη Νέα Ζηλανδία.
Η εμπειρία του στις θάλασσες από τα χρόνια της θητείας του στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ τού παρείχε την απαραίτητη ναυτοσύνη για ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα. Στη διάρκεια της πορείας του επέλεξε να ακολουθήσει μια διαδρομή που περιλάμβανε και τη Μαύρη Θάλασσα. Στις 17 Ιουνίου 2025, ενώ έπλεε σε διεθνή ύδατα, το σκάφος του εντοπίστηκε και προσεγγίστηκε από μονάδα του ρωσικού πολεμικού ναυτικού.
Οι Ρώσοι στρατιωτικοί τον ανάγκασαν, υπό την απειλή άμεσης χρήσης πυρών, να αλλάξει ρότα και να κατευθυνθεί συνοδεία τους προς το ρωσικό λιμάνι του Σότσι. Με την άφιξη στο Σότσι, κλιμάκιο της ρωσικής ακτοφυλακής προχώρησε σε εξονυχιστική έρευνα στο ιστιοπλοϊκό.
Ο Ζίμερμαν δήλωσε αμέσως ότι είχε μαζί του ένα πυροβόλο όπλο για λόγους προσωπικής ασφάλειας στα ανοιχτά πελάγη, παραδίδοντάς το πρόθυμα στους αξιωματικούς.
Στις 19 Ιουνίου 2025, η ρωσική υπηρεσία ασφαλείας FSB ανέλαβε την υπόθεση και τον συνέλαβε με την κατηγορία της λαθρεμπορίας οπλισμού. Ακολούθησε συνοπτική δικαστική διαδικασία, η οποία κατέληξε σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών.
Το ίδρυμα Foley Foundation χαρακτηρίζει επίσημα τον Ζίμερμαν ως «παράνομα κρατούμενο» (Wrongful Detainee), διακρίνοντας πίσω από τη δίωξη μια στοχευμένη κίνηση δημιουργίας διπλωματικών ανταλλαγμάτων από την πλευρά της Μόσχας.
Ενώ η διαδικασία της έφεσης εκκρεμεί τυπικά στα ρωσικά δικαστήρια, οι πιθανότητες δικαίωσης είναι ελάχιστες, καθώς ανάλογες υποθέσεις στο παρελθόν κατέληξαν είτε σε επικύρωση των ποινών είτε σε επιπλέον καταδίκες εν αναμονή πολιτικών διαπραγματεύσεων.