Ουκρανία: Έχασε 1,2 δισ. σε υπερτιμολογήσεις και ένα δίκτυο διαφθοράς στις στρατιωτικές προμήθειες
Τι έδειξε εσωτερική έρευνα των ουκρανικών αρχών που δημοσιεύει η εφημερίδα New York Times
Snapshot
- Η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 λόγω απάτης, κακοδιαχείρισης και υπερτιμολογήσεων στις στρατιωτικές προμήθειες.
- Ένα ουκρανικό εργοστάσιο όπλων προμήθευσε τον στρατό με 233.000 ελαττωματικά βλήματα όλμου, με τον διευθυντή του εργοστασίου να συλλαμβάνεται και να κατηγορείται για απάτη.
- Παρά τις αποκαλύψεις για ελαττωματικά όπλα και διαφθορά, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών συνέχισε να αναθέτει συμβάσεις σε εταιρείες υπό έρευνα ή με ιστορικό μη εκπλήρωσης συμβάσεων.
- Συμβάσεις προμηθειών όπλων ανατέθηκαν σε μεσάζοντες με υπερκοστολογήσεις, όπως στην περίπτωση των πυραύλων πυροβολικού όπου η Ουκρανία πλήρωσε επιπλέον 130 εκατομμύρια δολάρια χωρίς νόμιμη αιτιολόγηση.
- Η διαφθορά στο σύστημα προμηθειών προκαλεί εσωτερικές πολιτικές κρίσεις και δυσχεραίνει την επάρκεια του ουκρανικού στρατού σε όπλα και πυρομαχικά.
Το 2024 οι Ρώσοι στρατιώτες έκαναν επιθέσεις στην ανατολική Ουκρανία. Οι Ουκρανοί στρατιώτες του πυροβολικού απαντούσαν με οβίδες κατά των ρωσικών θέσεων. Ωστόσο οι οβίδες αυτές είτε έπεφταν από τους σωλήνες εκτόξευσης πριν χτυπήσουν τους στόχους είτε προσγειώνονταν με κρότο και σήκωναν μόνο σύννεφα σκόνης.
Τελικά αποδείχθηκε ότι ένα ουκρανικό εργοστάσιο όπλων είχε προμηθεύσει τον στρατό της Ουκρανίας με χιλιάδες ελαττωματικά βλήματα όλμου. Ο διευθυντής του εργοστασίου όπλων, Λεονίντ Σίμαν, τελικά συνελήφθη και κατηγορήθηκε σε μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις απάτης στην αμυντική βιομηχανία της Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Παρά το γεγονός ότι οι Ουκρανοί αξιωματούχοι είχαν διαπιστώσει ότι τα όπλα που παραδίδονταν ήταν ελλαττωματικά η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας συνέχισε να αναθέτει συμβάσεις στο εργοστάσιο του Λεονίντ Σίμαν, σύμφωνα με κυβερνητικούς ελέγχους, τους οποίους εξασφάλισε η εφημερίδα New York Times.
Η υπόθεση δείχνει ένα έντονο πρόβλημα στην Ουκρανία. Οι επτά από τους δέκα κορυφαίους στρατιωτικούς προμηθευτές της Ουκρανίας κέρδισαν νέες συμβάσεις παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σε βάρος τους ποινικές έρευνες για απάτη, αδυναμία εκπλήρωσης προηγούμενων συμβάσεων και διαφθορά, ενώ έχουν συλληφθεί και διευθυντικά στελέχη τους. Αυτό δείχνουν τα έγγραφα των κυβερνητικών ελέγχων, δικαστικά έγγραφα και δημοσιεύματα ουκρανικών μέσων ενημέρωσης.
Ο Λεονίντ Σίμαν, για παράδειγμα, ήταν αντικείμενο πολλαπλών ερευνών από υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς, μεταξύ άλλων για κατάχρηση και απάτη, όταν κέρδισε την πρώτη σύμβαση για τους ελλαττωματικούς όλμους. Η κυβέρνηση ανέθεσε τη σύμβαση ύψους 280 εκατομμυρίων δολαρίων αν και ο Σίμαν είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση μετά από κατηγορίες για διαφθορά.
Ουκρανός στρατιώτης προετοιμάζει ένα όλμο 120 χιλιοστών για να πυροβολήσει προς τις θέσεις του ρωσικού στρατού κοντά στο Τσάσιβ Γιαρ, στην περιφέρεια Ντόνετσκ της Ουκρανίας, 27 Μαΐου 2025
ΑΡΈνα σύστημα προμηθειών που βρίθει κακοδιαχείρισης
Εμπιστευτικές ανασκοπήσεις της Κρατικής Υπηρεσίας Ελέγχου και ενός εσωτερικού ελεγκτικού τμήματος του Υπουργείου Άμυνας της Ουκρανίας αποκαλύπτουν ένα σύστημα στρατιωτικών προμηθειών που βρίθει κακοδιαχείρισης. Όπως δείχνουν τα έγγραφα, όμως, τα προειδοποιητικά σημάδια αγνοήθηκαν και σπάνια υπήρξαν συνέπειες για την υπερτιμολόγηση ή τη μη παράδοση όπλων.
Οι εταιρείες κέρδισαν συμβάσεις χωρίς να αποδείξουν ότι μπορούσαν να προμηθεύσουν τα όπλα ή χωρίς να διαθέτουν τις απαραίτητες άδειες για την παράδοσή τους. Οι ελεγκτές εντόπισαν 18 εταιρείες που υπέγραψαν συμβάσεις παρά το γεγονός ότι είχαν αθετήσει προηγούμενες συμφωνίες. Έξι από αυτές τις εταιρείες δεν εκπλήρωσαν ούτε μία σύμβαση.
Έκαναν φτερά 100 εκατ. δολάρια
Στρατιωτικοί ανάδοχοι σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του πλουσιότερου εμπόρου όπλων στον κόσμο, καθώς και ουκρανικές και αμερικανικές εταιρείες, έχουν πλουτίσει μέσω αυτού του συστήματος. Οι εσωτερικοί κυβερνητικοί έλεγχοι έδειξαν ότι μόνο το 2024, η Ουκρανία έχασε περίπου 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια λόγω απάτης, σπατάλης και κακοδιαχείρισης. Αυτή η ζημιά συσσωρευόταν ακόμη και τις ημέρες που ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι απευθυνόταν στους συμμάχους ζητώντας περισσότερα όπλα και οικονομική βοήθεια.
«Ο στρατός δεν λαμβάνει ό,τι χρειάζεται και ο προϋπολογισμός συρρικνώνεται λόγω μη παραδόσεων και υπερβολικών πληρωμών», δήλωσε ο Ταμερλάν Βαχάμποφ, πρώην σύμβουλος της Υπηρεσίας Αμυντικών Προμηθειών της Ουκρανίας. «Ως αποτέλεσμα, δεν έχουμε χρήματα για να παραγγείλουμε περισσότερα όπλα. Και δεν διαθέτουμε την ποσότητα πυρομαχικών που χρειαζόμαστε. Και αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο».
Ουκρανοί στρατιώτες προετοιμάζουν το σύστημα πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων (MRLS) BM-21 «Grad» για να χτυπήσουν θέσεις του ρωσικού στρατού στην περιοχή Ζαπορίζια της Ουκρανίας. 2 Ιανουαρίου 2026.
ΑΡΠερίπου 126 εκατομμύρια δολάρια χάθηκαν επειδή δεν επελέγησαν χαμηλότερες προσφορές για τις ίδιες προμήθειες ή επειδή έγιναν υπερτιμολογήσεις στα όπλα. Συμβάσεις ανατέθηκαν χωρίς καν νομική αιτιολόγηση, ανέφεραν οι ελεγκτές. Σε μία περίπτωση, οι εταιρείες εξακολουθούν να βρίσκονται σε διαμάχη σχετικά με το τι συνέβη με προκαταβολές ύψους τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων δολαρίων για μια συμφωνία που ακυρώθηκε.
Οι έλεγχοι που παρουσίασε η εφημερίδα New York Times καλύπτουν τα έτη 2024 και 2025. Δεν είναι σαφές τι μέτρα έλαβε η Υπηρεσία Προμηθειών Άμυνας μετά τα αποτελέσματα των ελέγχων ή αν γενικά έλαβε οποιοδήποτε μέτρο. Επειδή είναι απόρρητοι οι συγκεκριμένοι έλεγχοι δεν είχαν ποτέ δημοσιοποιηθεί έως σήμερα. Ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Αρσέν Ζουμαδίλοφ, ο οποίος παραιτήθηκε την περασμένη Δευτέρα, αρνήθηκε να σχολιάσει τα αποτελέσματα των ελέγχων.
Το πρόβλημα του Ζελένσκι
Κατά τη διάρκεια σχεδόν πέντε ετών πολέμου, η κυβέρνηση της Ουκρανίας κατάφερε να παραμείνει στη θέση της και ο στρατός της χώρας να δώσει τη μάχη και να αψηφήσει όλες τις προβλέψεις που έδιναν τη νίκη στη Ρωσία. Οι Ουκρανοί στρατιώτες αντιστάθηκαν στον ισχυρότερο ρωσικό στρατό και άλλαξαν ριζικά το πεδίο της μάχης με τη χρήση drones και ρομπότ.
Η ουκρανική κυβέρνηση ξεπέρασε την απώλεια υποστήριξης από τον μεγαλύτερο σύμμαχό της, τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξασφαλίζοντας οικονομική στήριξη από την Ευρώπη. Ωστόσο, η ίδια διαδικασία προμηθειών που κράτησε την Ουκρανία στον αγώνα και κατέστησε δυνατή την επανάσταση των drones έχει μετατραπεί σε ένα σοβαρό σημείο τριβής που έχει ταράξει την εσωτερική πολιτική σκηνή.
Ο πρώην υπουργός Άμυνας, ο Μιχαήλ Φεντόροφ, προσπάθησε να αναμορφώσει το σύστημα προμηθειών και ισχυρίστηκε ότι οι ανάδοχοι του τομέα της άμυνας τον έδιωξαν από το αξίωμά του εξαιτίας αυτού.«Υπάρχει μεγάλη διαφθορά», δήλωσε ο Μιχαήλ Φεντόροφ αφού έφυγε από το υπουργείο.
Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι φτάνει στο Παλάτι Bellevue για συνομιλίες με τον Γερμανό Πρόεδρο Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ στο Βερολίνο(2025)
AP/Markus SchreiberΗ απομάκρυνσή του πυροδότησε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στους δρόμους από την αρχή του πολέμου. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι απέλυσε τον Φεντόροφ λόγω των συγκρούσεών του με στρατιωτικούς ηγέτες.Ο Ζελένσκι δεν κατάφερε να εξυγιάνει το σύστημα προμηθειών, και τα προβλήματα πλέον ακουμπάνε και τον στενό κύκλο των συνεργατών του. Πέρυσι, ερευνητές που ασχολούνται με υποθέσεις διαφθοράς κατέγραψαν κρυφά τον πρώην επιχειρηματικό συνεργάτη του Ουκρανού προέδρου να προτρέπει αξιωματούχους να αγοράσουν αλεξίσφαιρα γιλέκα που είχαν αποτύχει στις δοκιμές ασφαλείας.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι ο άνδρας διέφυγε από την Ουκρανία εν μέσω της έρευνας. Ο Ζελένσκι δεν έχει εμπλακεί στην υπόθεση και έχει δηλώσει ότι υποστηρίζει την έρευνα.Οι κυβερνητικοί έλεγχοι ισοδυναμούν με μια «αυτοψία» της διαδικασίας σύναψης στρατιωτικών συμβάσεων. Προσφέρουν λεπτομερή εικόνα των παραγόντων, τόσο στην Ουκρανία όσο και στο εξωτερικό, που έχουν αποκομίσει κέρδη από τον πόλεμο.
«Ό,τι δεν είναι καρφωμένο στην Ουκρανία θα κλαπεί», δήλωσε ο Τζέιμς Βάσερστρομ, ένας Αμερικανός εμπειρογνώμονας σε θέματα καταπολέμησης της διαφθοράς, ο οποίος προσπάθησε καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου να στρέψει την προσοχή στις απάτες στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. «Αυτή είναι μια μακροχρόνια παράδοση».
Συμβάσεις πολλών εκατομμυρίων δολαρίων για τον «βασιλιά των εκρηκτικών»
Οι αστοχίες των όλμων δημοσιοποιήθηκαν και είναι από τις πιο γνωστές ταπεινώσεις των Ουκρανών στο πεδίο της μάχης. Την υπόθεση αποκάλυψε το Censor.net, ένα ουκρανικό ειδησεογραφικό μέσο. Το ουκρανικό Κοινοβούλιο διεξήγαγε έρευνα και τον Απρίλιο του 2025 η αστυνομία συνέλαβε τον διευθυντή του εργοστασίου, Λεονίντ Σίμαν. Κατηγορήθηκε για απάτη ύψους περίπου 68 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή το ύψος του κόστους του ελέγχου και της αντικατάστασης δεκάδων χιλιάδων ελαττωματικών όλμων.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα η ουκρανική εταιρεία δεδομένων YouControl, το δικαστήριο έκρινε αργότερα ότι η εταιρεία του Σίμαν, το Χημικό Εργοστάσιο Παβλοχράντ, είχε πουλήσει στον στρατό 233.000 άχρηστες οβίδες όλμου, πολλές από τις οποίες είχαν ελαττωματικούς πυροκροτητές ή προωθητικά πυρίτιδας.
Η Παβλοχράντ είναι μια κρατική εταιρεία, αλλά ο Σίμαν, χημικός μηχανικός, είναι διευθυντής του εργοστασίου της από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ήταν ευρέως αναγνωρισμένος ως ο «βασιλιάς των εκρηκτικών» της Ουκρανίας. Το Κοινοβούλιο είχε συμπεριλάβει το όνομά του σε έναν νόμο για τον κλάδο, αναφέροντάς τον ως ειδικό. Με το εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο ακινήτων του, ζούσε πολυτελώς για τα δεδομένα της ζωής στην επαρχία της Ουκρανίας.
Χειριστής drone της Ουκρανίας σε νυχτερινή επιχείρηση
New York TimesΟι ερευνητές διαπίστωσαν ότι 9 εκατομμύρια δολάρια είχαν περάσει από έναν τραπεζικό λογαριασμό στο Λιχτενστάιν που συνδέεται με τη σύζυγο του Σίμαν.Διατηρούσε ένα κοπάδι βουβαλιών, καθώς και ελάφια και άλκες, στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου. Είπε ότι το έκανε για να αποδείξει ότι το εργοστάσιό του δεν ρύπανε, αλλά ακτιβιστές κατά της διαφθοράς ισχυρίστηκαν ότι το έκανε ώστε τα στελέχη του να μπορούν να κυνηγούν τα ζώα.
Όταν οι ελεγκτές εξέτασαν τη σύμβαση της εταιρείας για την προμήθεια όλμων διαπίστωσαν κάτι περίεργο. Η Παβλοχράντ είχε αρχικά δηλώσει ότι δεν διέθετε την απαραίτητη παραγωγική ικανότητα για να ολοκληρώσει και να παραδώσει την παραγγελία. Στη συνέχεια, χωρίς καμία εξήγηση, αναθεώρησε τις παραγωγικές της δυνατότητες και η κυβέρνηση της ανέθεσε τη σύμβαση.
Οι κυβερνητικοί ελεγκτές δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι κάποιος είχε προσπαθήσει να επαληθεύσει αν το εργοστάσιο μπορούσε να πράγματι να παραδώσει τους όλμους. Όταν άρχισαν να παραδίδονται ελαττωματικοί όλμοι, οι ελεγκτές ανέφεραν ότι η υπηρεσία προμηθειών «δεν εξήγαγε τα σωστά συμπεράσματα».
Αντίθετα, ανέθεσε στην Παβλοχράντ ακόμη περισσότερες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης για την προμήθεια σχεδόν όλων των πυρομαχικών πυροβολικού 122 χιλιοστών του στρατού το 2025.Οι έλεγχοι δεν αναφέρουν ποιος αποφάσισε να αναθέσει τις συμβάσεις στην Παβλοχράντ ούτε για ποιο λόγο. Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει.
Τον Αύγουστο, ο διευθυντής της υπηρεσίας προμηθειών, Άρσεν Ζουμαδίλοφ, παραιτήθηκε. Ο Σίμαν καταδικάστηκε τον περασμένο μήνα σε πέντε χρόνια φυλάκισης σε ξεχωριστή υπόθεση για την οργάνωση ενός σχεδίου διαφθοράς με υπερκοστολογήσεις για την πώληση εκρηκτικών σε υπερτιμημένο κόστος.
Ο Σίμαν σκοπεύει να ασκήσει έφεση κατά της καταδίκης αυτής και έχει δηλώσει την αθωότητά του στην υπόθεση των όλμων, όπως ανέφερε ο δικηγόρος του, Ολεξάντρ Πρότας.Στον τομέα του εμπορίου όπλων, όπως είπε ο κ. Πρότας, «τίποτα δεν είναι μαύρο ή άσπρο, αλλά όλα βρίσκονται σε αποχρώσεις του γκρι».
Ο πλουσιότερος έμπορος όπλων στον κόσμο
Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών προκήρυξε διαγωνισμό για την αγορά πυραύλων πυροβολικού αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Τρεις εταιρείες ανταποκρίθηκαν. Η μία δήλωσε ότι μπορούσε να προμηθεύσει τους πυραύλους στην τιμή των περίπου 4.200 δολαρίων ανά πύραυλο. Μια άλλη ζήτησε 4.600 δολάρια. Μια τρίτη ανέφερε ότι η τιμή ήταν 5.100 δολάρια.Όλοι οι πύραυλοι ήταν πανομοιότυποι και κατασκευασμένοι στο ίδιο εργοστάσιο, από την ίδια εταιρεία στην Τουρκία. Η μόνη διαφορά ήταν η τιμή. Ο τουρκικός κατασκευαστής, η Arca Defense, υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά, προτείνοντας απευθείας πώληση από το εργοστάσιο.
Ωστόσο, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η σύμβαση ανατέθηκε στον υψηλότερο πλειοδότη, μια θυγατρική του Czechoslovak Group, μιας μεγάλης τσεχικής εταιρείας χαρτοφυλακίου. Αντί να αγοράσει απευθείας, η κυβέρνηση αποφάσισε να πληρώσει την τσεχική εταιρεία για να λειτουργήσει ως μεσάζων.
Κατασκευή drones στην Ουκρανία.
Πηγή: Associated PressΟι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι «δεν υπήρχε καμία αιτιολόγηση για την απόφαση». Προηγούμενοι έλεγχοι είχαν προειδοποιήσει κατά της πραγματοποίησης αγορών μέσω μεσαζόντων. Η κυβέρνηση δεν ακολούθησε τη συμβουλή αυτή. Η απόφαση αυτή αύξησε κατά περίπου 130 εκατομμύρια δολάρια το κόστος των πυραύλων για την Ουκρανία, σύμφωνα με ανάλυση της εφημερίδας New York Times σχετικά με τις ανταγωνιστικές προσφορές που περιγράφονται στους ελέγχους.
Η σύμβαση για τους πυραύλους ήταν μία από τις πολλές ουκρανικές συμφωνίες που συνέβαλαν στη μετατροπή του Ομίλου Czechoslovak Group σε μια παγκόσμια αμυντική υπερδύναμη. Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο φέτος, μετατρέποντας τον 33χρονο κύριο μέτοχό της, Μιχάλ Στρναντ, στον πλουσιότερο κατασκευαστή όπλων στη λίστα των δισεκατομμυριούχων του Forbes. Ήταν η μεγαλύτερη αρχική δημόσια προσφορά (IPO) που έχει γίνει ποτέ στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η εταιρεία ενημέρωσε τους επενδυτές ότι επωφελήθηκε από έναν «υπερκύκλο» στρατιωτικών δαπανών λόγω των πολέμων στην Ευρώπη και αλλού. Το 2024, πάνω από το 40% των εσόδων της προήλθε από πωλήσεις που σχετίζονταν με την Ουκρανία.Ο εκπρόσωπος της Czechoslovak Group, Αντρέι Τσίρτεκ, δήλωσε ότι η απάντηση σε ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία υποβολής προσφορών εναπόκειται στην κυβέρνηση. Στον έλεγχο δεν περιλαμβάνονται κατηγορίες ότι η εταιρεία ενήργησε παρανόμως.
«Δεν εμπλεκόμαστε στις προτάσεις άλλων υποψηφίων και δεν έχουμε πρόσβαση στους εμπορικούς όρους τους, στις συμβατικές προϋποθέσεις ή στην αξιολόγηση της αναθέτουσας αρχής», ανέφερε ο Τσίρτεκ σε ηλεκτρονικό μήνυμα. Παρά τις ανησυχίες των ελεγκτών, η Ουκρανία εξέτασε το ενδεχόμενο να συνάψει εκ νέου σύμβαση με τον Όμιλο Czechoslovak, αυτή τη φορά για να αντικαταστήσει τα Καλάσνικοφ στο οπλοστάσιό της με ένα τουφέκι τσεχικού σχεδιασμού, διαμετρήματος ΝΑΤΟ. Δεν έχει ανακοινωθεί καμία συμφωνία.
Ο εκπρόσωπος της εταιρείας ανέφερε ότι ο όμιλος διαφοροποιεί τις πωλήσεις του προς ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ότι η Ουκρανία παραμένει σημαντικός πελάτης.
Στρατιώτες της ουκρανικής ταξιαρχίας «Χαρτία» πυροβολούν με πυροβόλο προς τις θέσεις του ρωσικού στρατού κοντά στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. 14 Μαΐου 2026.
APΠροειδοποιητικά σημάδια και ένας Αμερικανός ανάδοχος
Σε μια άλλη περίπτωση, όπως δείχνουν τα στοιχεία, η Ουκρανία προχώρησε με μια περίπλοκη συμφωνία για αγορά όπλων η οποία κατέρρευσε. Το 2024, η Υπηρεσία Αμυντικών Προμηθειών ήθελε να αγοράσει πυραύλους σοβιετικού τύπου από έναν Σέρβο κατασκευαστή. Λόγω της φιλικής προς τη Ρωσία πολιτικής της Σερβίας, η Ουκρανία βασίστηκε σε μια αλυσίδα μεσαζόντων για να προμηθευτεί τους πυραύλους.
Η κυβέρνηση σύναψε σύμβαση με έναν μεσιτική εταιρεία όπλων από την Ουκρανία, την Spetstechnoexport). Η εταιρεία είχε ιστορικό μη εκπληρωμένων συμβάσεων, σύμφωνα με τους ελεγκτές. Οι αρχές καταπολέμησης της διαφθοράς είχαν επίσης ανακοινώσει δημοσίως ότι διεξήγαγαν έρευνα σε βάρος πρώην στελεχών της εταιρείας για πιθανή υπεξαίρεση και ξέπλυμα χρήματος, σύμφωνα με την πλατφόρμα «HACC Decided», η οποία αναπτύχθηκε από τη Transparency International Ukraine και παρακολουθεί υποθέσεις διαφθοράς στα υψηλά κλιμάκια.
Η Spetstechnoexport δεν διέθετε άδεια εξαγωγής από τη Σερβία για τους πυραύλους, ανέφεραν οι ελεγκτές. Αντί για άδεια, η εταιρεία υπέβαλε μια «επιστολή εγγύησης» από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών της Ουκρανίας, όπως διαπίστωσαν οι ελεγκτές. Οι ελεγκτές δήλωσαν ότι η προνομιακή μεταχείριση δεν είχε νομική αιτιολόγηση και παραχωρήθηκε παρά το ιστορικό αθετήσεων υποχρεώσεων της εταιρείας.
Η εταιρεία δεν απάντησε σε επανειλημμένα μηνύματα και τηλεφωνήματα των New York Times. Η Spetstechnoexport ανέθεσε την εργασία σε υπεργολάβο, την αμερικανική εταιρεία όπλων Regulus Global. Η εταιρεία, την οποία διευθύνει ο πρώην χρηματιστής της Merrill Lynch, Ουίλιαμ Σομεριντάικ Τζούνιορ, είχε ιστορικό προμηθειών προς τον ουκρανικό στρατό, καθώς και προς τους υποστηριζόμενους από τις ΗΠΑ αντάρτες στη Συρία.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη συμφωνία θα ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη.Η σύμβαση ήταν μία από τις πολλές που είχαν συναφθεί μεταξύ της Regulus και της Spetstechnoexport, συνολικής αξίας 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες αποσκοπούσαν στη διοχέτευση όπλων στην εμπόλεμη ζώνη.
Ο Σομεριντάικ, σε συνέντευξή του, δήλωσε ότι η συνεργασία αυτή είχε παράσχει κρίσιμο οπλισμό που είχε ωφελήσει την άμυνα της Ουκρανίας και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.Η συμφωνία για τους πυραύλους, όμως, άρχισε να καταρρέει. Ο τότε υπουργός Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ, ήθελε να αποκλείσει τους μεσάζοντες από τις συναλλαγές όπλων της Ουκρανίας εν καιρώ πολέμου.
Ζήτησε από την Regulus να συνεργαστεί απευθείας με την κρατική υπηρεσία προμηθειών, αποκλείοντας ουσιαστικά την Spetstechnoexport, όπως ανέφερε ο Σομεριντάικ. Η συμφωνία ακυρώθηκε και, σύμφωνα με τα ευρήματα των ελεγκτών, στις αρχές του 2025 η Spetstechnoexport είχε καταστεί ο μεγαλύτερος οφειλέτης της υπηρεσίας προμηθειών όπλων, με περισσότερες μη εκτελεσμένες συμβάσεις από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή.
Ως συνέπεια, η ουκρανική κυβέρνηση μήνυσε την Spetstechnoexport για ποινές καθυστέρησης και τόκους. Η Spetstechnoexport, με τη σειρά της, απαίτησε χρήματα από την Regulus. Ο Σομεριντάικ δήλωσε ότι η εταιρεία του δεν έκανε τίποτα λάθος και απλώς «βρέθηκε στη μέση» μιας αναταραχής στον τομέα των προμηθειών της Ουκρανίας.