Στα πρόθυρα νέας κρίσης η Ευρώπη
Η «μοιραία» τριπλέτα Μερτς - Μακρόν - φον ντερ Λάιεν - Η ελληνική εσωστρέφεια, ο Κυριάκος, ο Αλέξης και ο Νίκος
Ζούμε εδώ και καιρό σε φάση μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας, που προκαλεί ήδη σημαντικές οικονομικές αναταράξεις, όπως επίσης αξιοσημείωτες πολιτικές μεταβολές. Ας εστιάσουμε, όμως, στο ευρωπαϊκό πεδίο, αρχής γενομένης από τη Γαλλία που έχει δεσπόζουσα θέση στην ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική. Η χώρα αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δύσκολη διαχείριση του δημοσίου χρέους της, που αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται στο 119% του ΑΕΠ και εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 121% στο τέλος του χρόνου. Όσο για τις αποδόσεις των ομολόγων τους, έχουν εισέλθει στην επικίνδυνη χώνη του 5% και αυτή τη στιγμή η συζήτηση που διεξάγεται στα top πολιτικά αλλά και τεχνοκρατικά ευρωπαϊκά επίπεδα είναι αν το Παρίσι θα βρεθεί αργά ή γρήγορα, αντιμέτωπο με κρίση ομολόγων –δεδομένης της πολιτικής αδυναμίας της κυβέρνησής του να διαχειρισθεί το εκρηκτικό πακέτο.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην πρόσφατη «μάζωξη» της Κωνσταντινούπολης, όπου συναντήθηκαν κορυφαίοι κεντρικοί τραπεζίτες από 24 χώρες, plus υπουργοί Οικονομικών αλλά και εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών, η κουβέντα επικεντρώθηκε στο πιθανό «γαλλικό ατύχημα» και στους κινδύνους στους οποίους θα μπορούσε να παραπέμπει ως προς την ευστάθεια σαφώς αλληλοεξαρτώμενων αγορών.
Πάμε παρακάτω. Οι ανησυχίες εκτείνονται και στη Γερμανία, όπου η θέση του Μερτς κρέμεται από μια κλωστή. Δεν είναι το μεταναστευτικό το πρόβλημά του, είναι πρωτίστως ο εναγκαλισμός του με την Ουκρανία και οι εμμονική του προσήλωση στις ρωσικές κυρώσεις που αντί να πλήξουν τον Πούτιν, γονατίζουν γερμανικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις και αυξάνουν τις εσωτερικές οικονομικές ανισότητες. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, οι μισθοί στην πρώην Ανατολική Γερμανία υπολείπονται κατά περίπου 29% σε σχέση με τους μισθούς στην πρώην Δυτική Γερμανία. Γι’ αυτό, άλλωστε, και στην κούρσα για την καγκελαρία επανέρχεται ο Άρμιν Λάσετ –ηττηθείς στην προηγούμενη κούρσα, μερκελιστής μέχρι τα μπούνια και σαφώς σε άλλο μήκος κύματος ως προς το Ουκρανικό.
Η Ευρώπη, τώρα, ως συλλογικότητα κινείται λίγο πολύ, στην ίδια ρότα. Εν όλιγοις, έχει ταυτόχρονα τρία ανοικτά μέτωπα: τη σύγκρουση με τη Ρωσία, όπως επίσης και με τη Μέση Ανατολή και τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Δεν έχει –εκτιμώ- τις δυνάμεις να ανταπεξέλθει νικηφόρα σε τόσα πολλά αλληλοεξαρτώμενα, μάλιστα, πεδία. Επομένως, υπάρχει διακινδύνευση, να οδηγηθούν και πάλι σε μια μείζονα κρίση, την ώρα που οι ευρωπαίοι πολίτες βρίσκονται στα όριά τους, εξ ου και ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, νέα ακροδεξιά, ή αριστερής κοπής φιλορωσικά – φιλοαραβικά κομματικά μορφώματα. Μάλιστα, αυτά τα οποία έχουν κόψει… κάμποσα ένσημα, ήδη εμφανίζουν αξιοσημείωτη δυναμική. Και σίγουρα δεν αντιμετωπίζονται με… αναθέματα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, αν η Ευρώπη βρεθεί στη δίνη μιας νέας κρίσης, με την Ελλάδα τι γίνεται; Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου, η Ιρλανδία και η Κύπρος επειδή δοκιμάσθηκαν βίαια σε προγενέστερη φάση, άρα προχώρησαν «εκούσες – άκουσες» σε μεταρρυθμίσεις, διαθέτουν «λίπος» -όχι όμως απεριόριστο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος (σύμφωνα με δηλώσεις του στον Αντώνη Καρακούση και στο Βήμα της Κυριακής) κατ’ αρχάς προειδοποιεί ότι σε μια τέτοια διεθνή οικονομική κατάσταση «ουδείς άτρωτος» και παραπέμπει στη συνταγή της «πολιτικής σταθερότητας, δημοσιονομικής σταθερότητας, χρηματοπιστωτικής υγείας και μεταρρυθμίσεων». Σαφές και ασαφές ταυτοχρόνως και πάντως (έστω και στην ασάφειά του) εμπλεκόμενο στο δημόσιο διάλογο που είναι σε εξέλιξη εγχωρίως.
Πρώτα απ’ όλα, η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι εφικτός στόχος. Επίσης, μία αυτοδύναμη κυβέρνηση ή ένα «παρδαλό» σχήμα συνεργασίας δεν εγγυώνται τη σταθερότητα. Αν αποδεχθούμε τη ρήση του Παύλου Μπακογιάννη ότι «στις Δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα», τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να ανησυχούμε για το θέμα της κυβερνησιμότητας –αν όχι πάλι, έχουμε λόγος ανησυχίας. Ο καθένας κρίνει. Όλα, εν πάσει περιπτώσει, εξαρτώνται από το «ταβάνι» της ΝΔ και από το ταβάνι της ΕΛΑΣ, που προς το παρόν έχει το προβάδισμα στο χώρο της κεντροαριστεράς. Ωστόσο, τις τελευταίες ημέρες, υπεισήλθε στην εξίσωση και μια νέα παράμετρος, που αφορά στις προθέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, με αφορμή τη δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού (Άρης Πορτοσάλτε, ΣΚΑΪ), ότι στην περίπτωση που η ΝΔ γράψει στην κάλπη, το χαμηλό 25%, τότε θα αποχωρήσει, σύμφωνα –όπως είπε- με την παράδοση της παράταξης επί του συγκεκριμένου θέματος.
Έγινε ένας ψιλοχαμός. Άπαντες αναρωτήθηκαν… τι εννοούσε ο ποιητής. Από επικοινωνιακής πλευράς, απολύτως σωστό. Όταν επί μακρό χρόνο διεξάγεται ένας αρνητικός προβληματισμός περί τον πρωθυπουργό στο εσωτερικό του κόμματός του και αναπαράγεται στα media, με έστω περιφερειακά δημοσιεύματα, ένας αποτελεσματικός τρόπος είναι να βγεις δημόσια να τοποθετηθείς επί του θέματος και να γειώσεις τη σχετική συζήτηση. Όμως, εκτός από την επικοινωνία, υπάρχει και η πολιτική. Η σχετική αναφορά του κ. Μητσοτάκη, θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ηττοπάθεια εξ ου και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να το μαζέψει. Επίσης, θα μπορούσε να θεωρηθεί σήμα προς τους δελφίνους, ότι προτίθεται να υπερασπισθεί πολιτικά οποιαδήποτε άλλη επίδοση, μεγαλύτερη του 25%. Και εν πάση περιπτώσει, μάλλον δεν υπηρετεί τους εκλογικούς στόχους του κυβερνώντος κόμματος, σίγουρα δεν ενισχύει το επιχείρημα της σταθερότητας, δεν ανακουφίζει τις πληγές της καθημερινότητας, ούτε κλείνει το μάτι στην κοινωνική απαίτηση για πάταξη της διαφθοράς.
Αν οι προηγούμενες μετρήσεις έδειχναν ότι κινείται κάπως η βελόνα ως προς την κεντροαριστερά, οι νεότερες δείχνουν ότι παραμένει ως αρνητικός παράγοντας ο πολυκερματισμός του χώρου. Αλλά, όπως είπαμε (Π. Μπακογιάννης), στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα.