Ο Μητσοτάκης κατήγγειλε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ το τουρκολιβυκό μνημόνιο - «Είναι παράνομο»
Παράνομο και αυθαίρετο χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο πρωθυπουργός με παρέμβασή του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπογραμμίζοντας ότι «αντιβαίνει στην ίδια τη γεωγραφία»
Snapshot
- Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο παράνομο και αυθαίρετο, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την γεωγραφία της περιοχής.
- Η συμφωνία αυτή παρακάμπτει τα ελληνικά νησιά, τα οποία έχουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
- Η επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή δεν μετατρέπει την παράνομη συμφωνία σε νόμιμη, όπως τόνισε ο Μητσοτάκης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
- Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι καμία διμερής συμφωνία δεν μπορεί να στερήσει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών ή να υπερισχύσει του Διεθνούς Δικαίου.
- Η παρέμβαση έγινε στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με έμφαση στις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια.
Με χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου ανά χείρας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατήγγειλε ευθέως, από το βήμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, τη νομιμότητα του τουρκολιβυκού μνημονίου, διαμηνύοντας ότι η πρόσφατη επικύρωσή του από τη λιβυκή Βουλή δεν μεταβάλλει τον παράνομο χαρακτήρα του.
«Το αποκαλούμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια» διαμήνυσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με παρέμβασή του.
Ο πρωθυπουργός μετέφερε στο ανώτατο όργανο του ΟΗΕ για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια το ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου, καταγγέλλοντας την απόπειρα Άγκυρας και Τρίπολης να οριοθετήσουν θαλάσσιες ζώνες παρακάμπτοντας τα ελληνικά νησιά.
Ιδιαίτερο βάρος και συμβολισμό είχε η επιλογή του πρωθυπουργού να παρουσιάσει χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, προκειμένου να αναδείξει τον γεωγραφικό και νομικό παραλογισμό του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Ο χάρτης που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
Χάρτης - ΑΟΖ - Τουρκολιβυκό μνημόνιο
Με τον χάρτη ανά χείρας, ο πρωθυπουργός εστίασε στην παράκαμψη των ελληνικών νησιών από τη χάραξη του τουρκολιβυκού μνημονίου, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν είναι δυνατόν να διαγράφονται με αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη.
«Η Ελλάδα και η Λιβύη είναι φυσικοί γείτονες στη θάλασσα, με αντικείμενες ακτές, και έχουν το δικαίωμα, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους μέσω συμφωνίας. Αντίθετα, η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Ωστόσο, έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους. Αυτό είναι παράλογο. Δεν υπάρχει προηγούμενο για μια τέτοια διαγώνια οριοθέτηση» κατέστησε σαφές ο κ. Μητσοτάκης.
Υπογράμμισε ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται με επιλεκτικό τρόπο και οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσές μας δεν μπορούν να αναδιατυπωθούν ώστε να εξυπηρετήσουν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών.
Με τον χάρτη ανά χείρας, ο πρωθυπουργός κατέδειξε τη νομική και γεωγραφική ακυρότητα του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Σε αυτό το πλαίσιο, έστειλε το μήνυμα πως η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί, και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη.
«Δεν πρόκειται για ακατοίκητους βράχους στη μέση της θάλασσας. Πρόκειται για ακμάζουσες κοινότητες, με ιστορία αιώνων, δυναμικές οικονομίες, όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι».
Επικαλούμενος τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, ο κ. Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, τα οποία δεν μπορούν να παραγνωρίζονται από διμερείς συμφωνίες τρίτων χωρών.
«Τα νησιά έχουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, οι σχετικές διατάξεις της οποίας αντανακλούν -το επαναλαμβάνω- εθιμικό δίκαιο που είναι δεσμευτικό για όλα τα κράτη».
Στο ίδιο πλαίσιο, ξεκαθάρισε ότι καμία συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να στερήσει από τρίτο κράτος τα κυριαρχικά του δικαιώματα, ούτε μια διμερής συμφωνία να υπερισχύσει του Διεθνούς Δικαίου.
Ο πρωθυπουργός απέρριψε, παράλληλα, κάθε επιλεκτική ερμηνεία των διεθνών κανόνων, επισημαίνοντας ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά το δοκούν, ούτε οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσες να αναδιατυπώνονται προκειμένου να εξυπηρετούν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών.
Αναφερθείς στην πρόσφατη επικύρωσή από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, κατέστησε σαφές ότι δεν μπορεί να μετατρέψει ένα παράνομο μνημόνιο σε νόμιμη συμφωνία.
«Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το μνημόνιο αυτό να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα ή για την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας τα οποία η περιοχή μας χρειάζεται επειγόντως. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι αυθαίρετες θαλάσσιες διεκδικήσεις να αποτελέσουν εργαλεία παρεμπόδισης της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας μιας ολόκληρης περιοχής» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η παρέμβαση του κ. Μητσοτάκη πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της πρόσφατης επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, εξέλιξη που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Αθήνα, στο Κάιρο, στις Βρυξέλλες, στην Ουάσιγκτον.
Ο πρωθυπουργός κατέστησε σαφές ότι η απόφαση του λιβυκού Κοινοβουλίου δεν μπορεί να προσδώσει νομιμότητα σε μια συμφωνία την οποία η Ελλάδα θεωρεί αντίθετη προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού αποτελεί συνέχεια των διπλωματικών κινήσεων της Αθήνας μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής, με κυριότερη την κοινή δήλωση Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, ΗΑΕ, Μπαχρέιν και ΕΕ.
Στην κοινή τους δήλωση, την οποία ανέγνωσε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης χαρακτηρίζεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο παράνομο και άκυρο, ασύμβατο με το Διεθνές Δίκαιο.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού
Δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας έναν πιο θεμελιώδη σεβασμό προς τους κανόνες που διέπουν τις θάλασσές μας. Έχουμε οικοδομήσει μια διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες για έναν λόγο: επειδή κατανοούμε ότι η τήρηση αυτών των κοινών κανόνων αποτελεί θεμέλιο της ειρήνης, της σταθερότητας και της κοινής ευημερίας. Και πουθενά αυτό δεν είναι πιο εμφανές από ό,τι στη θάλασσα.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, με 172 συμβαλλόμενα μέλη και θεμελιώδεις διατάξεις που αντανακλούν το εθιμικό διεθνές δίκαιο, είναι δεσμευτική για όλα τα κράτη. Πιστεύω ότι ξεχωρίζει ως ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του πολυμερισμού. Παρέχει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που διέπει τις δραστηριότητες στη θάλασσα, διασφαλίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, προστατεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών και επιτρέπει την άνθηση του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.
Όμως το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Και οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσές μας δεν μπορούν να αναδιατυπωθούν για να εξυπηρετήσουν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που αντιμετωπίζουμε απειλές για τη θαλάσσια ασφάλεια, όχι μόνο από μη κρατικούς φορείς, αλλά και από κράτη που αγνοούν ανοιχτά το διεθνές δίκαιο.
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη δική μας περιοχή, την Ανατολική Μεσόγειο. Το λεγόμενο Μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης για τη θαλάσσια οριοθέτηση αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αψηφά την ίδια τη γεωγραφία.
Η Ελλάδα και η Λιβύη είναι φυσικοί γείτονες με απέναντι ακτές. Έχουν το δικαίωμα, βάσει του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, να οριοθετήσουν τις αντίστοιχες θαλάσσιες ζώνες τους μέσω συμφωνίας. Αντίθετα, η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν επαναλαμβάνω, δεν έχουν απέναντι ή παρακείμενες ακτές. Ωστόσο, έχουν επιχειρήσει να θεσπίσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο όριο μεταξύ τους. Αυτό είναι παράλογο. Δεν υπάρχει προηγούμενο επιτρέψτε μου να το επαναλάβω δεν υπάρχει προηγούμενο για μια τέτοια διαγώνια οριοθέτηση. Και επιτρέψτε μου να το απεικονίσω με έναν χάρτη. Θα ήθελα απλώς να κοιτάξετε τη γεωγραφία. Η Τουρκία και η Λιβύη έχουν προσπαθήσει ουσιαστικά να χαράξουν ένα θαλάσσιο όριο μεταξύ τους, σαν τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στις ακτές τους να μην υπήρχαν καθόλου.
Πολλοί από εσάς έχετε επισκεφθεί αυτά τα νησιά. Η Κρήτη, η πατρίδα των προγόνων μου, είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά της Μεσογείου. Έχει περισσότερους από 620.000 κατοίκους. Η Ρόδος φιλοξενεί άλλους 125.000. Τα νησιά Κάρπαθος και Κάσος έχουν δεκάδες χιλιάδες ακόμη. Δεν πρόκειται για ακατοίκητους βράχους στη μέση της θάλασσας. Είναι ακμάζουσες κοινότητες με αιώνες ιστορίας, με δυναμικές οικονομίες, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που τις θεωρούν πατρίδα τους. Κι όμως, αυτό το μνημόνιο απλώς προσποιείται ότι δεν υπάρχουν. Όμως, η γεωγραφία, κυρίες και κύριοι, δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη.
Η Μεσόγειος μοιράζεται μεταξύ 21 παράκτιων κρατών. Τα θαλάσσια όρια προορίζονται για τον καθορισμό των συνόρων μεταξύ γειτονικών κρατών, όχι απλώς μεταξύ φίλων. Η συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης που συνήφθη μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου το 2020 αποτελεί πρότυπο για το πώς τα γειτονικά κράτη μπορούν να καταλήξουν σε αμοιβαία συμφωνημένες λύσεις, σε πλήρη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν αντίθετες ακτές. Χωρίς σεβασμό στους κοινούς κανόνες, η «Mare Nostrum» μας κινδυνεύει να μετατραπεί σε ζούγκλα ανταγωνιστικών διεκδικήσεων και συμφεροντολογικών ρυθμίσεων.
Φανταστείτε την Ελλάδα και την Τυνησία να αποφασίζουν να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους σαν να μην υπήρχαν η Σικελία και η Μάλτα. Θα θεωρούσε κανείς σοβαρά μια τέτοια ρύθμιση ως νόμιμη; Το διεθνές δίκαιο είναι απολύτως σαφές. Τα νησιά έχουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, εντός μιας αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, οι σχετικές διατάξεις της οποίας, επιτρέψτε μου να επαναλάβω, αντανακλούν το εθιμικό δίκαιο που δεσμεύει όλα τα κράτη. Καμία συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να στερήσει ένα τρίτο κράτος από τα κυριαρχικά του δικαιώματα, και καμία διμερής ρύθμιση δεν μπορεί να υπερισχύει του διεθνούς δικαίου.
Και το Μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης, δυστυχώς, παραβιάζει αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Δεν έχει καμία νομική ισχύ όσον αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, και η πρόσφατη επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα παράνομο μνημόνιο σε νόμιμη συμφωνία. Και αυτή δεν είναι απλώς η θέση της Ελλάδας. Η παρανομία αυτού του μνημονίου έχει αναγνωριστεί σαφώς από τη διεθνή κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων και των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορισμένα από τα οποία εκπροσωπούνται γύρω από αυτό το τραπέζι. Και όσο χρόνο κι αν περάσει και όσο συχνά κι αν επαναλαμβάνονται οι παράνομες αξιώσεις, ό,τι είναι παράνομο παραμένει παράνομο. Και αυτό δεν είναι απλώς μια διμερής διαφορά. Αφορά τον πυρήνα των συζητήσεών μας γύρω από τη θαλάσσια ασφάλεια. Αμφισβητεί τα θεμέλια του πολυμερισμού. Απειλεί την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα και υπονομεύει τους κανόνες που προστατεύουν τα δικαιώματα των κρατών, είτε είναι μεγάλα είτε μικρά.
Και για περισσότερες από 4 δεκαετίες, η διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει καταφέρει να παρέχει ένα κοινό πλαίσιο για την ειρηνική συνύπαρξη, τη συνεργασία και την επίλυση θαλάσσιων διαφορών. Και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε ούτε να αφήσουμε να μετατραπεί ο κόσμος σε μια «ζούγκλα», όπου τα κράτη επιλέγουν ποιοι κανόνες θα τηρούνται και όπου οι αυθαίρετες διεκδικήσεις αντικαθιστούν το διεθνές δίκαιο. Και όπως τόνισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ αναφερόμενος ακριβώς σε αυτό το ζήτημα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η ισχύς του νόμου θα υπερισχύει του νόμου της βίας, διότι η εναλλακτική λύση σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες δεν είναι η ελευθερία, αλλά το χάος. Είναι η αντιπαράθεση. Είναι η αστάθεια.
Και αυτό ακριβώς ήρθε να αποτρέψει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Οι συνέπειες αυτού του παράνομου μνημονίου δεν είναι απλώς νομικές. Είναι πολύ πραγματικές. Και σε καμία περίπτωση ένα τέτοιο μνημόνιο δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα ή για την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας που η περιοχή χρειάζεται επειγόντως. Και αυτά είναι έργα, ειδικά όταν μιλάμε για την Ανατολική Μεσόγειο, τεράστιας στρατηγικής και οικονομικής σημασίας. Υπόσχονται μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, πιο προσιτή ηλεκτρική ενέργεια, ισχυρότερη περιφερειακή συνεργασία, καλύτερη συνδεσιμότητα δεδομένων. Τελικά, συμβάλλουν στη διαρκή ειρήνη. Ωστόσο, η εξέλιξη περιπλέκεται από μονομερείς αξιώσεις και προσπάθειες αμφισβήτησης νόμιμων δικαιωμάτων στη θάλασσα. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η θαλάσσια ασφάλεια. Και δεν μπορούμε, γύρω από αυτό το τραπέζι, να μιλάμε για την οικοδόμηση γεφυρών μεταξύ των εθνών μας, ενώ επιτρέπουμε σε άλλους να εμποδίζουν την οικοδόμηση αυτών των γεφυρών. Και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι αυθαίρετες θαλάσσιες διεκδικήσεις να γίνουν μέσα που θα εμποδίζουν την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία μιας ολόκληρης περιοχής.
Αυτό που διακυβεύεται στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μέρος μιας πολύ ευρύτερης πρόκλησης, η οποία επηρεάζει όχι μόνο τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, αλλά και την ευημερία και την καθημερινή ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Όπως αναφέρθηκε από τους εισηγητές μας, περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου εμπορευμάτων, σε όγκο, πραγματοποιείται δια θαλάσσης. Τα πλοία μεταφέρουν την ενέργεια που τροφοδοτεί τις οικονομίες μας, τα τρόφιμα που τρέφουν τους πληθυσμούς μας, τα αγαθά που συνδέουν τις αγορές μας. Και είναι ψευδαίσθηση να πιστεύουμε ότι εναλλακτικές χερσαίες διαδρομές θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το θαλάσσιο εμπόριο σε τέτοια κλίμακα. Αυτό το εξαιρετικό σύστημα παγκόσμιου εμπορίου και συναλλαγών αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινητήρες της παγκόσμιας ευημερίας και της τεχνολογικής προόδου.
Ωστόσο, η επιτυχία του βασίζεται σε μία θεμελιώδη προϋπόθεση: οι θαλάσσιες διαδρομές να παραμένουν ανοιχτές, ελεύθερες και ασφαλείς. Και σήμερα, δυστυχώς, αυτή η προϋπόθεση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Από το Στενό του Ορμούζ έως την Ερυθρά Θάλασσα, από τη Μαύρη Θάλασσα έως άλλα κρίσιμα θαλάσσια στενά. Μόλις χθες, ένα άλλο εμπορικό φορτηγό πλοίο, ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας, δέχτηκε επίθεση και βυθίστηκε στη Μαύρη Θάλασσα. Καταδικάζουμε απερίφραστα αυτή την επίθεση. Οι στοχευμένες επιθέσεις κατά της πολιτικής εμπορικής ναυτιλίας είναι απολύτως απαράδεκτες. Πρόκειται για μια ακόμη υπενθύμιση της επείγουσας ανάγκης για μια παγκόσμια ναυτική εκεχειρία, η οποία θα διασφαλίζει ότι τα εμπορικά πλοία μπορούν να πλέουν με ασφάλεια και ελευθερία, ακόμη και σε περιόδους σύγκρουσης. Διότι οι συνέπειες τέτοιων επιθέσεων εκτείνονται πολύ πέρα από τα όρια των θαλασσών. Οι απειλές κατά της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας διαταράσσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Οδηγούν σε αύξηση του κόστους μεταφοράς και ασφάλισης. Δημιουργούν αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές. Τελικά, είναι οι πολίτες μας που πληρώνουν το τίμημα. Σε μια εποχή που τα νοικοκυριά ήδη αγωνίζονται με το κόστος διαβίωσης, η ναυτική ανασφάλεια ασκεί περαιτέρω πίεση στις τιμές της ενέργειας και των βασικών εμπορευμάτων. Τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Επιδεινώνει την ανασφάλεια όσον αφορά τα καύσιμα και τα τρόφιμα. Και όπως ακούσαμε από τους εισηγητές μας, αυτές οι νέες τεχνολογίες καθιστούν τις προκλήσεις αυτές ακόμη πιο περίπλοκες. Το κόστος των διαταραχών, δυστυχώς, δεν ήταν ποτέ τόσο χαμηλό. Και οι πιθανές οικονομικές συνέπειες σπάνια ήταν τόσο υψηλές. Και αυτό μας φέρνει επίσης στην ευθύνη της Ευρώπης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να φιλοδοξεί να είναι μια παγκόσμια οικονομική δύναμη, παραμένοντας ταυτόχρονα θεατής όταν διακυβεύεται η ασφάλεια των εμπορικών της διαδρομών. Ως Ευρωπαίοι, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη γειτονιά μας. Και αυτό σημαίνει την ανάπτυξη στρατιωτικών πόρων, την ενίσχυση των επιχειρησιακών μας δυνατοτήτων και την ετοιμότητα να αναλάβουμε δράση όταν απειλείται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Η επιχείρηση «Ασπίδες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ερυθρά Θάλασσα, στην οποία η Ελλάδα διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, αποτελεί ένα συγκεκριμένο παράδειγμα του τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Ευρώπη.
Ωστόσο, πρέπει να είμαστε πιο φιλόδοξοι. Η οικονομική δύναμη της Ευρώπης πρέπει να συνοδεύεται από την ικανότητά της να αναλαμβάνει δράση. Χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία στον τομέα της ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή μας, σε στενή συνεργασία με τους εταίρους μας. Διότι η προστασία της θαλάσσιας ασφάλειας σημαίνει τη διαφύλαξη της ευημερίας των πολιτών μας, της ανθεκτικότητας των οικονομιών μας και, τελικά, των θεμελίων της διεθνούς ειρήνης και σταθερότητας.
Ενώ οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν τρωτά σημεία, προσφέρουν επίσης, όπως ακούσαμε, πρωτοφανείς ευκαιρίες. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι δορυφόροι και οι προηγμένοι αισθητήρες μπορούν να μετασχηματίσουν τη θαλάσσια επιτήρηση, να βελτιώσουν την έγκαιρη προειδοποίηση και να ενισχύσουν την ικανότητά μας να προλαμβάνουμε και να ανταποκρινόμαστε στις απειλές. Δυστυχώς, η τεχνολογία από μόνη της δεν αποτελεί στρατηγική. Πρέπει να μετατρέψουμε τις πληροφορίες σε στοιχεία και τα στοιχεία σε αποτελεσματική δράση. Και αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση, όπως ακούσατε από τον κ. Μπλέτσα, την οποία ακολουθεί η Ελλάδα. Είμαστε μια σημαντική ναυτική χώρα. Επενδύουμε σε προηγμένες δυνατότητες επιτήρησης, διοίκησης και ελέγχου. Ενσωματώνουμε δορυφορικούς αισθητήρες και συστήματα παρακολούθησης πλοίων, προκειμένου να διαμορφώσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της ναυτιλιακής δραστηριότητας σε πραγματικό χρόνο. Ωστόσο, καμία χώρα δεν μπορεί να προστατεύσει μόνη της τις θάλασσες. Χρειαζόμαστε ισχυρότερη διεθνή συνεργασία μεταξύ κρατών με κοινές αξίες. Χρειαζόμαστε καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών, όπως ακούσαμε από τον Φαρίντ. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες επενδύσεις στις ναυτιλιακές δυνατότητες, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι αναδυόμενες τεχνολογίες παραμένουν σταθερά προσδεδεμένες στο διεθνές δίκαιο.
Και καθώς η Ελλάδα προετοιμάζεται να αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027, η ναυτική ασφάλεια θα παραμείνει σε πολύ υψηλή προτεραιότητα στην ατζέντα μας. Σας ευχαριστώ.
Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω λέγοντας τα εξής: Η θάλασσα μπορεί να μας ενώνει, αλλά μπορεί και να μας χωρίζει. Μπορεί να αποτελέσει γέφυρα μεταξύ των εθνών, πηγή ευημερίας ή πεδίο αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Ποια πορεία θα ακολουθήσουμε είναι, τελικά, δική μας επιλογή. Η επιλογή ξεκινά με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Για την Ελλάδα, ένα έθνος που διαμορφώνεται από τη θάλασσα, με χιλιάδες νησιά, με τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο, αυτό αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας εξαρτάται από τη ναυτική ασφάλεια. Και η ναυτική ασφάλεια εξαρτάται από τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.Αποτελούν το θεμέλιο του παγκόσμιου εμπορίου, της ευημερίας και της ειρήνης.
Και καθώς η Ελλάδα πλησιάζει στο τέλος της θητείας της στο Συμβούλιο Ασφαλείας, επιτρέψτε μου να επαναβεβαιώσω τη δέσμευσή μας. Η Ελλάδα θα παραμείνει σταθερός υπερασπιστής του διεθνούς δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, συνεργαζόμενη με όλους τους εταίρους για να διατηρήσουμε τις θάλασσές μας ανοιχτές, ασφαλείς και ειρηνικές. Διότι ό,τι συμβαίνει στη θάλασσα διαμορφώνει το μέλλον όλων μας. Σας ευχαριστώ.
Ο πρωθυπουργός προήδρευσε σε συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια, προεδρεύει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκος, με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια».
Η υψηλού επιπέδου ανοικτή συζήτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και είναι ανοικτή στη συμμετοχή όλων των κρατών-μελών των Ηνωμένων Εθνών.
Η υψηλού επιπέδου ανοικτή συζήτηση επικεντρώθηκε σε μία από τις ταχύτερα εξελισσόμενες διαστάσεις της θαλάσσιας ασφάλειας: τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που ανακύπτουν από τις αναδυόμενες τεχνολογίες.
Στόχος της ήταν να προωθήσει μια κοινή αντίληψη σχετικά με τις επιπτώσεις αυτών των τεχνολογιών στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και να προσδιορίσει τους τομείς στους οποίους απαιτείται ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, ώστε η τεχνολογική καινοτομία στον θαλάσσιο τομέα να συμβάλλει στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.
Οι αναδυόμενες τεχνολογίες μετασχηματίζουν με ταχείς ρυθμούς το θαλάσσιο περιβάλλον, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες, αλλά και νέες, διαρκώς εξελισσόμενες προκλήσεις για την ασφάλεια.
Τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα και τηλεχειριζόμενα συστήματα, τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα και σκάφη επιφανείας, οι προηγμένες τεχνολογίες αισθητήρων και οι τεχνολογίες κυβερνοχώρου μεταβάλλουν τόσο τη φύση των απειλών στη θάλασσα όσο και τα μέσα που διατίθενται για την πρόληψη και την αντιμετώπισή τους.
Η ολοένα μεγαλύτερη προσβασιμότητα, η προσαρμοστικότητα και το μειωμένο κόστος αυτών των τεχνολογιών μπορούν να ενισχύσουν την κλίμακα και τον αντίκτυπο υφιστάμενων απειλών ή να δημιουργήσουν νέες.
Παράλληλα, επιτρέπουν σε κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, ακόμη και σε εκείνους που διαθέτουν συγκριτικά περιορισμένες συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες, να επιφέρουν σημαντικά αποτελέσματα στο θαλάσσιο πεδίο.
Δείτε τη συνεδρίαση στο παρακάτω σύνδεσμο