Άνω κάτω κυβέρνηση και αντιπολίτευση για τα μάτια της Ακρίτα
Το «γαλάζιο» μπλόκο στην υποψηφιότητα της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί πολιτικό σεισμό – Στο πλευρό της Ακρίτα ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας και Νέα Αριστερά –Γιατί η κυβέρνηση επιμένει μέχρι τέλους στο «όχι»
Snapshot
- Η κυβέρνηση της ΝΔ μπλοκάρει την υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα για τη θέση της Ε΄ αντιπροέδρου της Βουλής, επικαλούμενη τις «τοξικές» και «επιθετικές» συμπεριφορές της.
- Υπάρχει ευρύ μέτωπο κομμάτων της αντιπολίτευσης, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, η Ελληνική Λύση, η Πλεύση Ελευθερίας και η Νέα Αριστερά, που στηρίζουν την υποψηφιότητα της Ακρίτα.
- Η ΝΔ χρησιμοποιεί τη στάση «παρών» στη ψηφοφορία ως στρατηγικό εργαλείο για να εμποδίσει την εκλογή της Ακρίτα, χωρίς να χρειάζεται να την καταψηφίσει.
- Η αντιπαράθεση έχει προσωπικό χαρακτήρα λόγω της έντονης δημόσιας σύγκρουσης της Ακρίτα με κυβερνητικά στελέχη και συμβολίζει ευρύτερο πολιτικό και κοινοβουλευτικό ανταγωνισμό.
- Η ψηφοφορία αναμένεται να λειτουργήσει ως δοκιμασία για τις σχέσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και τη συνοχή της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβέρνηση.
Η Έλενα Ακρίτα κατάφερε μέσα σε μόλις δύο εικοσιτετράωρα να γίνει το πρόσωπο γύρω από το οποίο περιστρέφεται μια από τις πιο σκληρές κοινοβουλευτικές συγκρούσεις του φετινού καλοκαιριού.
Μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής, αυτή της Ε΄ αντιπροέδρου, που υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσε να περάσει σχεδόν απαρατήρητη, έχει εξελιχθεί σε μετωπική σύγκρουση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Η ΝΔ δηλώνει ότι δεν πρόκειται να στηρίξει την υποψηφιότητα της Ακρίτα, ενώ από την άλλη πλευρά συγκροτείται ένα ευρύ μέτωπο κομμάτων που δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης αποφάσισε να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τους τόνους, βάζοντας στο στόχαστρο το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά τον Νίκο Ανδρουλάκη.
«Το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη διυλίζει -και καταψηφίζει- τον κ. Στουρνάρα, αλλά “καταπίνει” την κυρία Ακρίτα», έγραψε, προσθέτοντας ότι έντεκα χρόνια μετά το «Μένουμε Ευρώπη» το ΠΑΣΟΚ «συστρατεύεται με τους πιο ακραίους εκφραστές της πάνω και της κάτω πλατείας».
Η ανάρτηση αυτή δεν είναι μια απλή πολιτική ατάκα. Είναι μήνυμα προς τη Χαριλάου Τρικούπη ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να αφήσει αναπάντητη τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ στην Ακρίτα.
Η ΝΔ τραβάει κόκκινη γραμμή
Η κυβέρνηση ‘όπως όλα δείχνουν έχει επιλέξει να τραβήξει ξεκάθαρη κόκκινη γραμμή απέναντι σε πρόσωπο που προτείνει κόμμα της αντιπολίτευσης.
Η επίσημη γραμμή είναι ότι δεν πρόκειται για πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά για πρόβλημα με το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ο Νότης Μηταράκης το είπε πλέον δημοσίως από το βήμα της Βουλής: «Δεν προτιθέμεθα να υποστηρίξουμε την υποψηφιότητα της κυρίας Ακρίτα γιατί διαφωνούμε με το πρόσωπο». Και δεν έμεινε εκεί. Την κατηγόρησε για «ακραίες συμπεριφορές της πάνω και κάτω πλατείας» και για «επιθετικές και τοξικές συμπεριφορές».
Αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό μέχρι στιγμής στίγμα για το τι ακριβώς ενοχλεί τη ΝΔ.
Δεν είναι απλώς η πολιτική της ταυτότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται, η ρητορική της και κυρίως οι προσωπικές συγκρούσεις που έχει ανοίξει με κορυφαία κυβερνητικά στελέχη. Στην γαλάζια παράταξη θεωρούν ότι η κυρία Ακρίτα διακατέχεται από πολιτική τοξικότητα και γι’ αυτό αντιδρούν σθεναρά στην υποψηφιότητά της.
Το «γαλάζιο» αρχείο των συγκρούσεων
Η αντιπαράθεση Ακρίτα – κυβέρνησης δεν ξεκίνησε τώρα.
Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Άδωνι Γεωργιάδη, τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη αλλά και άλλα κυβερνητικά στελέχη.
Τον Απρίλιο του 2024, ο Παύλος Μαρινάκης είχε χαρακτηρίσει δημόσια ανάρτησή της για τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη «ανατριχιαστική» και είχε μιλήσει για «απογείωση της χυδαιότητας» στις προσωπικές επιθέσεις.
Σε άλλη δημόσια παρέμβασή του, τον Μάιο του 2024, είχε χαρακτηρίσει την Ακρίτα «λαλίστατη» και υποστήριζε ότι θα έπρεπε να απαντήσει στη Δικαιοσύνη για όσα έγραφε και έλεγε δημόσια.
Η κόντρα με τον Άδωνι Γεωργιάδη έχει επίσης αναζωπυρωθεί μόλις τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τις αναρτήσεις της για την επίσκεψη της Μαντόνα στην Ελλάδα. Ο υπουργός Υγείας κατηγόρησε την Ακρίτα ότι «βρήκε και εδώ λόγο για να γκρινιάξει, να μιζεριάσει και να κατηγορήσει», ενώ η ίδια πέρασε στην αντεπίθεση με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα.
Μάλιστα, η νέα αυτή κόντρα δείχνει ότι το πρόβλημα της ΝΔ με την Ακρίτα δεν είναι μόνο παλιό. Παραμένει ενεργό και ανανεώνεται διαρκώς.
Γιατί τόσο σκληρό «όχι»;
Εδώ βρίσκεται όλο το πολιτικό παρασκήνιο.
Η θέση του αντιπροέδρου της Βουλής δεν είναι υπουργικό αξίωμα ούτε κυβερνητική θέση. Είναι κοινοβουλευτικό αξίωμα που παραδοσιακά κατανέμεται με βάση τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.
Γι' αυτό και η απόφαση της ΝΔ να μην ψηφίσει την Ακρίτα έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην αντιπολίτευση.
Η Νέα Αριστερά, για παράδειγμα, χαρακτήρισε τη στάση της κυβέρνησης «υποκριτική και απαράδεκτη», υποστηρίζοντας ότι είναι πρωτοφανές να κόβεται υποψηφιότητα αντιπροέδρου κόμματος του δημοκρατικού τόξου για πολιτικούς λόγους.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, δεν κάνει πίσω. Η Ρένα Δούρου έχει διαμηνύσει ότι η απόφαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι η Ακρίτα παραμένει η υποψήφια του κόμματος.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: ή να αποδεχθεί την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ ή να επιχειρήσει να την μπλοκάρει. Επέλεξε το δεύτερο.
Και το κάνει με τρόπο που δείχνει ότι το ζήτημα έχει αποκτήσει προσωπικό χαρακτήρα.
Το ΠΑΣΟΚ μπήκε στο κάδρο – και ο Μαρινάκης αντεπιτίθεται
Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να στηρίξει την Ακρίτα ήταν αυτή που έκανε την υπόθεση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Πηγές της Χαριλάου Τρικούπη ξεκαθάρισαν ότι «το ΠΑΣΟΚ ψηφίζει πάντα θεσμικά», επιβεβαιώνοντας ότι θα στηρίξει την υποψηφιότητα.
Η επιλογή αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση της κυβέρνησης.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν περιορίστηκε σε μια γενική κριτική. Έβαλε δίπλα δίπλα τον Γιάννη Στουρνάρα και την Έλενα Ακρίτα και κατηγόρησε τον Ανδρουλάκη για δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Το μήνυμα ήταν σαφές: πώς είναι δυνατόν το ΠΑΣΟΚ να απορρίπτει τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά να στηρίζει την Ακρίτα για το Προεδρείο της Βουλής;
Και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πήγε ακόμη παραπέρα, συνδέοντας την επιλογή Ανδρουλάκη με το «Μένουμε Ευρώπη» του 2015 και υποστηρίζοντας ότι το ΠΑΣΟΚ «συστρατεύεται με τους πιο ακραίους εκφραστές της πάνω και της κάτω πλατείας».
Η Χαριλάου Τρικούπη δεν άφησε την επίθεση αναπάντητη. Απάντησε στον κυβερνητικό εκπρόσωπο λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι η ΝΔ «καταπίνει αμάσητες τις ψήφους των Σπαρτιατών».
Έτσι, μια ψηφοφορία για αντιπρόεδρο της Βουλής μετατράπηκε σε νέα μετωπική ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.
Και απέναντι στη ΝΔ… σχεδόν όλοι
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Ακρίτα δεν φαίνεται να μένει μόνη.
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, υπέρ της υποψηφιότητάς της αναμένεται να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας και Νέα Αριστερά. Η Νίκη προσανατολίζεται στο «παρών», χωρίς να έχει κλειδώσει οριστικά τη στάση της.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει ήδη ανακοινώσει ότι η Πλεύση Ελευθερίας θα ψηφίσει Ακρίτα.
Η Νέα Αριστερά επίσης ανακοίνωσε ότι οι βουλευτές της θα την υπερψηφίσουν.
Το ΠΑΣΟΚ δηλώνει «θεσμικά» παρόν με θετική ψήφο.
Δηλαδή, η Ακρίτα έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ιδιότυπη αντιπολιτευτική συμμαχία, έστω και για μία συγκεκριμένη ψηφοφορία.
Το πραγματικό όπλο της ΝΔ είναι το «παρών»
Η μάχη όμως δεν θα κριθεί μόνο στο ποιοι θα ψηφίσουν «ναι».
Η διαδικασία έχει τη δική της αριθμητική. Για την εκλογή απαιτούνται τουλάχιστον 75 θετικές ψήφοι, ενώ το «όχι» δεν υπάρχει ως επιλογή· υπάρχει «ναι» ή «παρών». Εάν η ΝΔ προσέλθει και ψηφίσει «παρών», μπορεί ουσιαστικά να καταστήσει αδύνατη την εκλογή, καθώς αυξάνει τον αριθμό των παρόντων απέναντι στους οποίους υπολογίζεται η απαιτούμενη πλειοψηφία.
Αυτό εξηγεί και γιατί η στάση της ΝΔ έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Δεν χρειάζεται να καταψηφίσει την Ακρίτα. Αρκεί να μην την ψηφίσει.
Και αυτό είναι το πολιτικό όπλο που κρατά στα χέρια της η κυβερνητική πλειοψηφία.
Η Ακρίτα απαντά: «Παράσημο»
Η ίδια η Έλενα Ακρίτα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Μετά την απόφαση της ΝΔ να μην τη στηρίξει, χαρακτήρισε την άρνηση «παράσημο».
Με τον τρόπο αυτόν μετατρέπει την κυβερνητική απόρριψη σε πολιτικό πλεονέκτημα για την ίδια.
Το επιχείρημα της Ακρίτα είναι ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να θεωρείται μειονέκτημα για έναν αντιπολιτευόμενο βουλευτή το γεγονός ότι συγκρούεται σκληρά με την κυβέρνηση.
Η ΝΔ, όμως, απαντά ότι άλλο η μαχητική αντιπολίτευση και άλλο ο θεσμικός ρόλος στο Προεδρείο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της σύγκρουσης.
Το «βαρύ» αρχείο της Ακρίτα
Η κυβέρνηση δεν ξεχνά ούτε τις παλαιότερες ούτε τις πιο πρόσφατες συγκρούσεις.
Η Ακρίτα έχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς εξαιρετικά σκληρή γλώσσα για κυβερνητικά στελέχη. Η αντιπαράθεση με τον Άδωνι Γεωργιάδη είναι χαρακτηριστική και έχει αναζωπυρωθεί μόλις αυτές τις ημέρες. Σε πρόσφατη απάντησή της στον υπουργό χρησιμοποίησε τον ιδιαίτερα βαριά φορτισμένο χαρακτηρισμό «διεστραμμένα τα ρουφιανογυαλιά, διεστραμμένοι κι αυτοί που τα φοράνε».
Σε παλαιότερη δημόσια τοποθέτησή της για τον ίδιο τον Γεωργιάδη είχε φτάσει να υποστηρίξει ότι ο υπουργός «έφτασε στο εξευτελιστικό σημείο να γίνει ισότιμος συνομιλητής του Αλέξη Τσίπρα».
Και από την πλευρά της κυβέρνησης, η κριτική δεν ήταν λιγότερο σκληρή. Ο Μαρινάκης έχει μιλήσει για «χυδαιότητες», «προσωπικές επιθέσεις» και «ανατριχιαστική» ανάρτηση, ενώ η σημερινή γραμμή της ΝΔ μιλά ανοιχτά για «τοξικές» και «επιθετικές» συμπεριφορές.
Επομένως, το σημερινό μπλόκο δεν έπεσε από τον ουρανό.
Είναι το αποτέλεσμα μιας σχέσης που έχει συσσωρεύσει πολιτική ένταση, προσωπικές συγκρούσεις, δημόσιες αντιπαραθέσεις και πλέον μια ανοιχτή μάχη για έναν θεσμικό ρόλο.
Γιατί η κυβέρνηση δεν κάνει πίσω
Το ερώτημα που κυκλοφορεί στα πολιτικά πηγαδάκια είναι γιατί η ΝΔ επιμένει τόσο πολύ.
Η απάντηση έχει τρία επίπεδα.
Πρώτον, είναι θέμα πολιτικής γραμμής. Η κυβέρνηση δεν θέλει να δώσει την εικόνα ότι επιβραβεύει με θεσμική θέση ένα πρόσωπο που θεωρεί ότι έχει υπερβεί τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Δεύτερον, είναι θέμα συμβολισμού. Εάν η ΝΔ ψήφιζε την Ακρίτα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κάνει πίσω απέναντι στην επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικά μετά τις δημόσιες επιθέσεις που έχει δεχθεί η κυβέρνηση από την ίδια, μια θετική ψήφος θα ήταν πολιτικά δύσκολο να εξηγηθεί στο εσωτερικό της ΝΔ.
Τρίτον, είναι θέμα κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Η κυβέρνηση δεν θέλει να δημιουργηθεί προηγούμενο όπου η αντιπολίτευση επιλέγει πρόσωπο με έντονα συγκρουσιακό προφίλ και η κυβερνητική πλειοψηφία απλώς το αποδέχεται.
Γι' αυτό και το «όχι» είναι τόσο καθαρό.
Μια ψηφοφορία που έχει γίνει πολιτικό δημοψήφισμα
Το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι πλέον μιλούν περισσότερο για την Ακρίτα παρά για τον ίδιο τον θεσμό της αντιπροεδρίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει στην υπόθεση μια ευκαιρία να καταγγείλει τη ΝΔ για «face control» στο Προεδρείο.
Το ΠΑΣΟΚ θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που λειτουργεί θεσμικά και δεν δέχεται υποδείξεις για το ποιον θα ψηφίσει.
Η Πλεύση Ελευθερίας και η Νέα Αριστερά βλέπουν στο «μπλόκο» της ΝΔ μια προσπάθεια πολιτικού ελέγχου του Προεδρείου.
Και η ΝΔ επιχειρεί να παρουσιάσει την υπόθεση ως σύγκρουση αρχών και πολιτικού ύφους, όχι ως κομματικό βέτο.
Στη μέση βρίσκεται η ίδια η Ακρίτα, η οποία από βουλευτής Επικρατείας μετατρέπεται ξαφνικά σε πρόσωπο-σύμβολο της αντιπαράθεσης κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο της υπόθεσης.
Η ΝΔ προσπαθεί να την κρατήσει έξω από το Προεδρείο επειδή θεωρεί ότι είναι υπερβολικά συγκρουσιακή. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, φαίνεται να συσπειρώνεται ακριβώς επειδή η κυβέρνηση προσπαθεί να την αποκλείσει.
Η κάλπη θα δείξει ποιος θα κάνει πίσω
Η ψηφοφορία της ερχόμενης εβδομάδας, επομένως, δεν θα είναι μια απλή κοινοβουλευτική διαδικασία.
Θα είναι τεστ για τη σχέση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, δοκιμασία για την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση και ταυτόχρονα μια μικρή πρόβα για το πώς μπορούν να διαμορφωθούν οι πολιτικοί συσχετισμοί σε μια Βουλή όπου τα κόμματα της αντιπολίτευσης συχνά βρίσκονται απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά σπανίως ψηφίζουν μαζί.
Το ερώτημα είναι πλέον ένα:
Θα καταφέρει η ΝΔ να μπλοκάρει την Ακρίτα ή θα καταφέρει η Ακρίτα, με τη στήριξη σχεδόν ολόκληρης της αντιπολίτευσης, να σπάσει το «γαλάζιο» βέτο;
Γιατί τελικά η μάχη δεν είναι μόνο για μια καρέκλα στο Προεδρείο. Είναι για τα πολιτικά όρια της σύγκρουσης, για το ποιος επιβάλλει τους κανόνες στο Κοινοβούλιο και – κυρίως – για το ποιος θα βγει κερδισμένος από μια υπόθεση που ξεκίνησε ως διαδικαστική και κατέληξε σε ανοιχτό πόλεμο.